Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

Κώστας Βάρναλης, Οι πόνοι της Παναγιάς


Που να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποιαν κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα 'χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.


Συ θα 'χεις μάτια γαλανά, θα 'χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μαχητές, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.


Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ' απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...


Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι άνθρωποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.


Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
- Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο...-
Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
την άβυσσο, μακριά απ' τους λύκους να κρυφογεννήσω!



Διαβάστε περισσότερα...

Δός μοι τούτον τον Ξένον (Απόσπασμα από λόγο του Αγίου Επιφανίου)



Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν

τω του Σωτήρος θανάτω, ο Ιωσήφ θεασάμενος προσήλθε τω Πιλάτω και καθικετεύει λέγων:


«Δος μοι τούτον τον ξένον, Τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω.

Δος μοι τούτον τον ξένον, ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον.

Δος μοι τούτον τον ξένον, ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου τον ξένον.

Δος μοι τούτον τον ξένον, όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους.

Δος μοι τούτον τον ξένον, Ον Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω.

Δος μοι τούτον τον ξένον, ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη.

Δος μοι τούτον τον ξένον, ον η μήτηρ ορώσα νεκρωθέντα εβόα:


Ω Υιέ και Θεέ μου, ει και τα σπλάχνα τριτρώσκομαι και καρδίαν σπαράττομαι νεκρόν σε καθορώσα αλλά τη ση αναστάσει θαρρούσα μεγαλύνω».

Και τούτοις τοις λόγοις δυσωπών τον Πιλάτον ο ευσχήμων λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα,

ο και φόβω εν σινδόνι ενειλήσας και σμύρνη, κατέθετο εν τάφω τον παρέχοντα πάσι.


Όταν βράδιασε, ήλθε ένας πλούσιος άνθρωπος που το όνομά του ήταν Ιωσήφ. Αυτός τόλμησε και παρουσιάστηκε μπροστά στον Πιλάτο, και του ζήτησε το σώμα του Ιησού. Παρουσιάστηκε ένας θνητός μπροστά σε έναν θνητό ζητώντας να λάβει τον Θεό. Ζητά τον Θεό των θνητών. Ο πηλός μπροστά στον πηλό, ζητά να λάβει τον πλάστη των όλων. Το χορτάρι, ζητά από το χορτάρι την ουράνια φωτιά. Η τιποτένια σταγόνα, παίρνει από την τιποτένια σταγόνα τον απύθμενο ωκεανό. Ποιος είδε, ποιος ποτέ άκουσε αυτό το απίστευτο; Ένας άνθρωπος να χαρίζει σε άλλον άνθρωπο τον δημιουργό των ανθρώπων. Ένας άνομος άρχοντας σ’ έναν άνθρωπο του νόμου υπόσχεται να χαρίσει τον νομοθέτη. Ένας άκριτος κριτής τον Κριτή των κριτών επιτρέπει να τον θάψουν ως κατάδικο.
Όταν βράδιασε, ήλθε ένας πλούσιος άνθρωπος που το όνομά του ήταν Ιωσήφ. Πραγματικά πλούσιος, αφού πήρε ολόκληρη τη σύνθετη υπόσταση του Κυρίου.

Αληθινά πλούσιος, αφού έλαβε από τον Πιλάτο τη διπλή ουσία του Χριστού.

Πλούσιος διότι αξιώθηκε να πάρει τον πολύτιμο μαργαρίτη.

Πραγματικά πλούσιος γιατί κράτησε το βαλάντιο που ήταν γεμάτο με τον θησαυρό της θεότητος.

Πώς να μην είναι πλούσιος αυτός που απέκτησε τη ζωή και τη σωτηρία του κόσμου; Πώς να μην είναι πλούσιος ο Ιωσήφ, αφού δέχτηκε για δώρο Αυτόν που τρέφει και είναι Δεσπότης όλων; Όταν βράδιασε. Επομένως είχε δύσει πια στον Άδη ο ήλιος της δικαιοσύνης. Γι’ αυτό ήλθε ένας πλούσιος άνθρωπος που το όνομά του ήταν Ιωσήφ από την Αριμαθαία που κρυβόταν γιατί φοβόταν τους Ιουδαίους.

………………………………………………………………………………..

Αλλά τι του λέει; Ένα τιποτένιο αίτημα, και για όλους μικρό, άρχοντα μου ήλθα να σου ζητήσω. Ένα πολύ μικρό αίτημα. Το εξής:

Δος μου να θάψω το νεκρό σώμα εκείνου που καταδικάστηκε από εσένα, του Ιησού του Ναζωραίου, του Ιησού του φτωχού, του Ιησού του αστέγου, του Ιησού που κρέμεται —στον Σταυρό— γυμνός και περιφρονημένος, του Ιησού του γιου του ξυλουργού, του Ιησού του δέσμιου, που έμενε στο ύπαιθρο, του ξένου, του αγνώριστου μεταξύ των ξένων, του περιφρονημένου, και κοντά σε όλα και κρεμασμένου στον Σταυρό.

Δος μου αυτόν τον ξένο, γιατί τι σε ωφελεί το σώμα αυτού του ξένου;

Δος μου αυτόν τον ξένο, γιατί ήλθε εδώ από μακρινή χώρα για να σώσει τον άνθρωπο που αποξενώθηκε από τον Θεό. Γιατί κατέβηκε στη σκοτεινή γη για να ανεβάσει τον ξένο.

Δος μου αυτόν τον ξένο, γιατί αυτός είναι ο μόνος -πραγματικά- ξένος.

Δος μου αυτόν τον ξένο του Οποίου τη χώρα αγνοούμε εμείς οι ξενιτεμένοι. Δος μου αυτόν τον ξένο του Οποίου τον Πατέρα αγνοούμε εμείς οι ξένοι. Δος μου αυτόν τον ξένο του Οποίου τον τόπο και τη γέννηση και τον τρόπο — της ζωής Του— αγνοούμε εμείς οι ξένοι.

Δος μου αυτόν τον ξένο που έζησε ζωή και βίο ξενιτεμένου στα ξένα. Δος μου αυτόν τον ξένο Ναζωραίο του Οποίου τη γέννηση και τον τρόπο αγνοούμε εμείς οι ξένοι.

Δος μου αυτόν που με τη θέληση Του είναι ξένος και εδώ δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι.

Δος μου αυτόν τον ξένο, που σαν ξένος σε ξένη χώρα, άστεγος γεννήθηκε στη φάτνη.

Δος μου αυτόν τον ξένο που απ’ αυτήν ακόμη τη φάτνη έφυγε ως ξένος από τον Ηρώδη.

Δος μου αυτόν τον ξένο, που απ’ τα σπάργανα Του ακόμη ξενητεύθηκε στην Αίγυπτο, και δεν είχε πόλη, ούτε χωριό, ούτε σπίτι ούτε τόπο να μείνει, ούτε συγγενή, αλλά σε ξένη χώρα Αυτός είναι ξένος.

Δος μου, άρχοντα μου αυτόν τον γυμνό που κρέμεται στο ξύλο —του Σταυρού— να τον σκεπάσω, γιατί Αυτός σκέπασε τη γύμνωση της φύσεως μου.

Δος μου αυτόν τον νεκρό που είναι μαζί και Θεός, να σκεπάσω Αυτόν που κάλυψε τις δικές μου ανομίες. Δος μου, άρχοντα μου τον νεκρό που έθαψε μέσα στον Ιορδάνη τη δική μου αμαρτία. Για έναν νεκρό σε παρακαλώ, που αδικήθηκε από όλους, που πουλήθηκε από φίλο, που προδόθηκε από μαθητή, που διώχθηκε από τους αδελφούς του, που ραπίσθηκε από δούλο. Για έναν νεκρό σε θερμοπαρακαλώ, ο Οποίος καταδικάστηκε από αυτούς που ο Ίδιος ελευθέρωσε από τη δουλεία, ο οποίος ποτίσθηκε με ξύδι, τραυματίσθηκε απ’ αυτούς που θεράπευσε, που εγκαταλείφθηκε από τους μαθητές Του και στερήθηκε την ίδια τη Μητέρα Του. Για τον νεκρό, άρχοντα μου, σε ικετεύω, Αυτόν τον άστεγο που κρέμεται στο ξύλο -του Σταυρού—.

Διότι επάνω στη γη δεν έχει να Του συμπαρασταθεί ούτε πατέρας, ούτε φίλος, ούτε μαθητής, ούτε συγγενής, ούτε κανένας να Τον θάψει, αλλά είναι μόνος, μονογενής Υιός του μόνου —Πατέρα—, Θεός στον κόσμο και κανένας άλλος….


Ψάλλουν οι πατέρες της μονής Βατοπαιδίου. Τόσο το ηχητικό όσο και το κείμενο καθώς και το παραπάνω σχόλιο βρίσκονται μεταξύ άλλων στον ψηφιακό δίσκο της μονής: "ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟΝ".

Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Οδοιπορικό στη Μεγάλη Εβδομάδα



Η εβδομάδα πριν από το Πάσχα ονομάζεται Μεγάλη και πραγματικά είναι. Από την Κυριακή των Βαΐων και κάθε βράδυ ψάλλεται στις εκκλησίες ο Όρθρος της επόμενης ημέρας, για να μπορούν όλοι να ζήσουν τα δραματικά γεγονότα των Παθών του Κυρίου. Κάθε ημέρα είναι αφιερωμένη σε ένα διαφορετικό γεγονός της επίγειας ζωής του Ιησού. Αλλά ας δούμε τις ημέρες με τη σειρά.






Τη Μεγάλη Δευτέρα κυριαρχούν δύο γεγονότα: η ζωή του πάγκαλου (πανέμορφου στο σώμα και στην ψυχή) Ιωσήφ και το περιστατικό με την άκαρπη συκιά (Ματθ. 21,18-22). Ο Ιωσήφ προεικονίζει το Χριστό και η συκιά συμβολίζει τη συναγωγή των Εβραίων, που ήταν άκαρπη από καλά έργα.

Τη Μ. Τρίτη θυμόμαστε δύο παραβολές: των δέκα παρθένων και των ταλάντων (Ματθ. 25, 1-30). Η πρώτη ζητά να είμαστε ως πιστοί συνεχώς έτοιμοι έχοντας αναμμένες τις λαμπάδες της πίστης και της φιλανθρωπίας. Η δεύτερη μας θέλει εργατικούς, για να αυξήσουμε τα πνευματικά μας χαρίσματα.

Η Μ. Τετάρτη είναι αφιερωμένη στην αμαρτωλή γυναίκα, που κατάλαβε ότι ο Ιησούς ήταν ο Θεός και μετανιωμένη για τα λάθη της άλειψε τα πόδια του με πολύτιμο μύρο. ενώ τα έβρεχε με τα δάκρυά της (Λουκ. 7, 47).





Τη Μ. Πέμπτη γιορτάζουμε: τον ιερό Νιπτήρα, το πλύσιμο δηλαδή των ποδιών των μαθητών από το Διδάσκαλο τους, το Μυστικό Δείπνο (την παράδοση της Θείας Ευχαριστίας), την προσευχή του Κυρίου στον Πατέρα του και την προδοσία του Ιούδα.

τη Μ. Παρασκευή έχουμε την κορύφωσή του: τα άγια και σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού μας.

Το Μ. Σάββατο γιορτάζουμε την ταφή του Κυρίου και την κάθοδο του στον Άδη, όπου κήρυξε σ' όλους τους νεκρούς. Σώθηκαν όσοι πίστεψαν σ' αυτόν. Ανάμεσά τους ο Αδάμ και η Εύα.



Διαβάστε περισσότερα...

Γρηγόριος Ξενόπουλος, Το Πρώτο μου Πάσχα



Αγαπητοί μου,

ΥΤΕΣ τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια. Και θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ' οδηγούν σε όλα. Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»... Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ' έπαιρνε μαζί της στον Αϊ-Γιάννη ή στη Φανερωμένη, τις γειτονικές μας εκκλησίες, που λειτουργούσαν κάπως αργά —από τις οκτώ η μια, από τις εννιά η άλλη. Μα όταν έμπαινε η άνοιξη, που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, ο πατέρας μου μ' έπαιρνε στην Επισκοπιανή ή στον Άγιο Χαράλαμπο, εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, σ' ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο, που λειτουργούσαν από τις επτά. Μετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν περίπατο στους Κήπους και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.

Ώ, ήταν τόσο όμορφα! Η άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ' άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Τι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Το έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια. Τα ευαγγέλια προπάντων μ' άρεσαν πολύ. Είναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα! Πρώτα των Βαΐων —και συνήθως απ' αυτή την Κυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες— έπειτα της Ανάστασης, έπειτα του Θωμά, των Μαυροφόρων, της Σαμαρείτιδος... Ο παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Αί-Χαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος, τα έλεγε θαυμάσια. Κι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ' άλλες εκκλησιές, αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ' έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος. Κι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο
πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού —ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες. Και σου 'κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν' ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Κυρίου...

Τη Μεγάλη όμως Εβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Κυριακή το πρωί, η Ανάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: «Δεύτε λάβετε φως, Χριστός Ανέστη, Εν αρχή ην ο λόγος» και καθεξής. Δε μ' έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Νυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Ακολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Επιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Ανάσταση. Μόνο, από την Κυριακή των Βαΐων, πως ο Χριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Αλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Κάποιος Μυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Ταφή σε καινό μνημείο... Τι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Μόλις είχα μια ιδέα.

Κι άξαφνα... τα έμαθα όλα! Είχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού.. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης και της Μεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!... Είδα και το Χριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, ένα μεγάλο Χριστό σαν αληθινό... Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Επιτάφιο (κι ο Χριστός του Επιταφίου στη Ζάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Εσταυρωμένος). Και θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκαμε το Πάσχα στην εκκλησίτσα, την πρώτη φορά, αφού είχ' ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα. Μπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα.

Γιατί όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών. Είχα παρακολουθήσει το Χριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατο του· είχ' ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στο Μυστικό Δείπνο, είχ' ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Μητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατον μου τέκνον... Γι' αυτό το Χριστός Ανέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση, γι' αυτό μου φάνηκε σαν μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σαν μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος. Εκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα. Εκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξίδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο, και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σαν Θεός!

Έτσι έπρεπε να είναι. Για να μου δώσει τόση χαρά η Ανάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος· για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω τη Μεγάλη Εβδομάδα. Μαθαίνοντας όσα έμαθα εκείνον το χρόνο, μάθαινα τη ζωή, που ως τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω, αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ' οδηγούσαν, δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ' τα λυπητερά, που δεν ήταν ακόμα για μένα. Έτσι και στη ζωή: Τη χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ' από αγώνα και αγωνία, ύστερ' από κόπο και λύπη. Πριν από κάθε μας Πάσχα, πρέπει να περάσουμε μια Μεγάλη Εβδομάδα. 

Ω, αυτό το ξέρετε και σεις από τώρα. Μήπως την εβδομάδα των διαγωνισμών του σχολείου, που προηγείται από τη νίκη και τη χαρά του άριστα, δεν την ονομάζετε... Μεγάλη Εβδομάδα;
Γελάτε, ε;... Και του χρόνου!

Σας ασπάζομαι ΦΑΙΔΩΝ

( Από το περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων)
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 30 Μαΐου 2017

Αναλήφθηκε ο Χριστός – Αναλήφθηκα κι εγώ!



Γρηγόριος ο Αρχιπελαγίτης 
(Ηγούμενος της Ι. Μ. Δοχειαρίου Αγίου Όρους)

Αυτήν την περίοδο γιορτάζουμε την θεία Ανάληψη. Οι άγιοι Πατέρες την είπανε κορυφή όλων των δεσποτικών εορτών. Γι᾽ αυτό χαιρετούμαστε στον δρόμο με αυτήν την ωραία φράση: «Αναλήφθηκε ο Χριστός» και απαντά ο χριστιανός: «Αναλήφθηκα κι εγώ».

Ο χαιρετισμός μεταξύ των ανθρώπων είναι αρχαιοτάτη παράδοση. Αυτό μας το περισώζει ένας αποδημητικός ψαλμός της Παλαιάς Διαθήκης. Λέγει με παράπονο ο εξόριστος και σκλαβωμένος Εβραίος: «Και δεν μας είπαν οι περαστικοί “Ευλογία Κυρίου σε σας” για να απαντήσουμε κι εμείς “Ευλογήκαμεν υμάς εν ονόματι Κυρίου”».

Οι χαιρετισμοί στην Ορθόδοξη Ελλάδα ήταν οι εξής:


Μόλις ανέβαινε ο ήλιος απ᾽ την ανατολή, ο ένας στον άλλον έλεγε μια παχειά «Καλημέρα». Αν υπήρχαν αντιπάθειες και ψυχρότητες μεταξύ τους, λεγότανε πολύ πικρά και σαν αερικό φυσούσε στα αυτιά του συνοδοιπόρου.

Όταν μεσουράνιζε ο ήλιος, ανταλλάζαμε μεταξύ μας το «Χαίρετε». Ο χαιρετισμός αυτός, που τον απηύθυνε και ο αναστάς Ιησούς στις Μυροφόρες, χρησιμοποιείτο από τους αποστολικούς χρόνους. Αυτό μας το διασώζει και ο ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, όταν μας προτρέπει τοις αιρετικοίς μηδέ χαίρειν λέγειν. Αυτό τα τελευταία χρόνια έχει αντικατασταθή με το «Καλό μεσημέρι» και με άλλους χαιρετισμούς, όπως «Καλή συνέχεια» η το ψυχρότατο «Γεια σου», που είναι σαν να του λες του άλλου «Αι παράτα μας». «Χαίρετε» δεν ακούς πιά. Φαίνεται ότι ο τόπος μας δεν σηκώνει την χαρά, παρ᾽ ότι οι χριστιανοί αυτές τις ημέρες γιορτάζουμε την γιορτή της χαράς, που είναι η Ανάληψη. Η γιορτή της Αναστάσεως χαρακτηρίζεται ως η γιορτή της ελπίδας και η γιορτή της Αναλήψεως ως η γιορτή της χαράς, της αγαλλιάσεως και της ευφροσύνης, γιατί αλλάξαμε τόπο, φύγαμε από την τυραννισμένη γη, από την κοιλάδα του κλαυθμώνος, και ανεβήκαμε στον ουρανό και κάθισε η ανθρώπινη φύση, η πεσούσα, στα δεξιά του Πατέρα, εκεί που κάθεται ο Χριστός. Την ανέλαβε ολόκληρη και την μετέφερε στον ουρανό. Μας άφησε τον κυριακό χαιρετισμό «Χαίρετε» μετά την Ανάσταση, αλλ᾽ εμείς και αυτόν τον αρνηθήκαμε.

Κι όταν ο ήλιος έγερνε προς την δύση, λέγαμε το «Καλησπέρα». Κι όταν την νύχτα πλάκωνε το σκοτάδι και η αφεγγιά, λέγαμε το «Καληνύχτα». Αυτά αντικαταστάθηκαν με ένα ψυχρό χαιρετισμό ο ένας στον άλλο: «Καλό βράδυ». Οι πρόγονοί μας δεν εγνώριζαν τέτοιου είδους χαιρετισμούς. Σε κάθε συνάντηση ο ένας προκαλούσε τον άλλον να χαιρετιστούν. Αν δεν μιλούσε ο συναπαντώμενος, του έλεγαν: «Και τα γαιδούρια, όταν συναντούνται μεταξύ τους, μυρίζει το ένα το άλλο στο στόμα». Τα ακούσματα των χαιρετισμών όλη την ημέρα ήταν λύρα γλυκόφθογγη, ήταν αρμονία ανεπανάληπτη. Μόνον την νύχτα υπήρχε σιγή. Ο ψαράς που ώρθριζε και ο αγρότης γέμιζαν την ημέρα με ευχές ο ένας στον άλλον. Το να μη χαιρετάει κάποιος τον συνάνθρωπό του για την πνευματική ζωή θεωρείτο εμπόδιο να κοινωνήσει.

− Δεν χαιρετώ τον αδελφό μου.

− Δεν θα κοινωνήσεις −έλεγε ο πνευματικός.

− Μα του λέγω και δεν απαντά.

− Πες εσύ τον χαιρετισμό κι ας μη σού απαντήσει.

Και οι συγκατοικούντες καλημέριζε ο ένας τον άλλον, αφού όμως πρώτα έπλεναν το πρόσωπό τους, σταυροσημειούντο και έλεγαν τις πρωινές τους προσευχές. Μετά άκουγες την μάμμη και την μάννα: «Καλημέρα, παιδί μου».

Μαζί με τους σπουδαίους αυτούς χαιρετισμούς, που ήταν τα κλειδιά που άνοιγαν την επαφή των ανθρώπων μεταξύ τους, επιμελής ήταν και η τήρηση σε κάθε γιορτή των θρησκευτικών η εκκλησιαστικών παραδόσεων, γιατί μερικές από αυτές είλκυαν την καταγωγή από τους αρχαιοτάτους χρόνους. Η θεία Ανάληψη συνοδευόταν όλη την ημέρα από πολλές μεγαλοπρέπειες. Αυτήν την ημέρα όσοι είχανε μάνδρες άρμεγαν το γάλα και δεν το τυροκομούσαν· το μοίραζαν στους γνωστούς και φίλους. Όλα τα σπίτια αυτήν την ημέρα έτρωγαν ρυζόγαλο.

Ήμουν παιδί και η μάννα μου με μία κατσαρόλα με χερούλι με έστελνε και στις πιο απομακρυσμένες γειτονιές να τους προσφέρω γάλα. Τα τελευταία χρόνια που έζησα στο χωριό μου, κρατώντας την κατασαρόλα το γάλα, συνάντησα την νέα γενιά, τους νταγλαράδες, όπως έλεγαν οι γιαγιάδες στο χωριό μου, οι οποίοι, επηρεασμένοι από διάφορα κινήματα να ανατρέψουνε, να θάψουνε, να εξαφανίσουνε τις παραδόσεις μας, μόλις με υπάντησαν με την κατσαρόλα με το γάλα, είπαν μεταξύ τους ειρωνευτικά: «Οι χωριάτες σήμερα μοιράζουν το γάλα, για να μη ψωριάσουν τα πρόβατά τους». Πάντα απαίσια ζωηρός, έρριξα την κατσαρόλα με το γάλα στο χώμα και είπα στην μάννα μου: «Τέλος αυτή η συνήθεια». Δεν γνωρίζω τι γίνεται σήμερα· αν σταμάτησε η αν υπάρχη η συνήθεια αυτή, την ημέρα της Αναλήψεως να μη μπαίνη γάλα στο καζάνι του τυροκομειού.

Άλλη συνήθεια ήτανε στις 12 το μεσημέρι να χτυπούν χαρμόσυνα όλες οι καμπάνες του χωριού. Προβόδιζαν τον Χριστό, που ανέβαινε στον ουρανό. Νύχτα η γέννηση, νύχτα η ανάσταση, μεσημέρι η ανάληψη. Αγιασμός σε όλα. Με τον ήχο των κωδωνοκρουσιών, όλοι βρισκόμασταν στην θάλασσα, γιατί πιστεύαμε ότι ο Χριστός αγίασε τα ύδατα. Νίπταμε τα πρόσωπά μας και τους πόδας μας. Και οι μητέρες, αν δεν είχαν θυμιατό στο σπίτι τους, με το φουγουδάκι γεμάτο κάρβουνα και λιβάνι, θύμιαζαν τον ουρανό, όπου ανέβηκε ο Χριστός. Όλοι χαιρόμασταν, όλοι γιορτάζαμε, όλοι πανηγυρίζαμε αυτόν τον αποχωρισμό. Όλοι κοιτάζαμε τον ουρανό και βλέπαμε τον Χριστό καθισμένο επάνω σε μια νεφέλη να ανεβαίνει. «− Αλήθεια τον βλέπατε; − Τον βλέπαμε και τον βλέπουμε και θα τον βλέπουμε!» Σύσσωμο το χωριό, στην κυριολεξία γλεντούσε αυτόν τον αποχαιρετισμό. Μου θύμιζε τα παλιά καράβια, τα ιστιοφόρα, που έβγαιναν στο πέλαγος και σφύριζε η μπουρού και ανεμίζαν τα πανιά και οι άνθρωποι κρατούσανε κάθε άσπρο πανί και αποχαιρετούσανε τους θαλασσοδαρμένους ναυτικούς μας.

Σε άλλα μέρη, μόλις έπεφτε το σκοτάδι της νύχτας, κάνανε λαμπαδοφορίες, για να βλέπει ο Χριστός να ανέβει στους ουρανούς. Πλήρης η μέρα πανηγύρια και γιορτές. Ο Χριστός στον ουρανό κι εμείς μέναμε στην γη με την προσμονή του Παρακλήτου, του Αγίου Πνεύματος. Κανείς δεν μαγάριζε την ημέρα αυτήν ούτε με την συζυγική συνεύρεση. Θεία και ιερά ονόμασαν την Ανάληψη. Και μέχρι σήμερα οι χριστιανοί θεία Ανάληψη την ονομάζουνε και −φοβερό πράγμα− χαίρονται τον αποχωρισμό, γιατί περιμένουνε το Άγιο Πνεύμα, που θα παραμείνει μαζί μας μέχρι την εσχάτη ώρα.

Ο Χριστός με αλαλαγμό −λέγει ο προφήτης− ανέβηκε στον ουρανό. Και η Εκκλησία μας πιστεύει ότι ο Χριστός θα ᾽ρθει πάλι στον κόσμο με αλαλαγμό σάλπιγγος. Θα φέρει τους τύπους του πάθους του και θα ᾽ναι τα ιμάτιά του ερυθρά, όπως εκείνος που βγαίνει από το πατητήρι. Πάτησε κάθε αμαρτία, κάθε παρανομία κι ανέβηκε στον ουρανό με ερυθρά τα ιμάτιά του. Μας τα προανήγγειλαν οι Προφήτες, μας τα δίδαξαν οι Απόστολοι και οι Πατέρες, φερόμενοι υπό Αγίου Πνεύματος. Στον περίτεχνο αργαλειό της καρδιάς τους ύφαναν ύμνους γι᾽ αυτήν την ημέρα, περίτεχνους ύμνους, που εμείς σήμερα τους ψάλλουμε και τους τραγουδούμε, όπου και αν βρισκόμαστε.

Αναλήφθηκε ο Χριστός, αναλήφθηκα κι εγώ. Δόξα τω αναληφθέντι Χριστώ. Αμήν.
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Ντίνος Χριστιανόπουλος, “Μαγδαληνή”



Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ’ αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ’ το Ναό στο λιμάνι
κι απ’ την πόλη στο Όρος των Ελαιών.


Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.


Μ’ αυτό το μύρο θ’ αλείψω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.
Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙
κι αν μαρτυρήσω γι’ Αυτόν, θα ‘ναι η αγάπη του που θα μ’ εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μού ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».


Απο τη συλλογη “Εποχή των ισχνων αγελαδων” (1950)
Διαβάστε περισσότερα...