Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εορτές Αγίων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εορτές Αγίων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

"Ἀνέτειλε το ἔαρ" το Δοξαστικό του Αγίου Γεωργίου



Ο Άγιος Γεώργιος (280 - 23 Απριλίου 303) ήταν στρατιώτης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και αργότερα αγιοποιήθηκε ως χριστιανός μάρτυρας. Αποκαλούμενος από την Ορθόδοξη Εκκλησία Μεγαλομάρτυς και Τροπαιοφόρος, είναι από τους δημοφιλέστερους αγίους σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο. Η μνήμη του τιμάται στις 23 Απριλίου. 

Η γιορτή του δεν είναι κινητή, όπως μερικοί λανθασμένα πιστεύουν, απλά ο άγιος είναι τόσο δημοφιλής που παράδοση αρχαία θέλει όταν το Πάσχα πέσει αργά, μετά τις 23 Απριλίου, και άρα ο άγιος πρέπει να εορταστεί μέσα στη Σαρακοστή (περίοδο νηστείας και προσευχής) να μετατίθεται η γιορτή του τη Δευτέρα μετά το Πάσχα για να γιορτάζουν οι χριστιανοί μαζί και το Πάσχα και τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Το στενό εορτασμό του αγίου Γεωργίου με το Πάσχα διαπιστώνουμε και από το "δοξαστικό" των αίνων της εορτής που παραθέτω. 

Ο Άγιος Γεώργιος θεωρείται προστάτης του Πεζικού και του Στρατού Ξηράς, ενώ είναι και ο προστάτης Άγιος της Αγγλίας. Επίσης, θεωρούνταν Άγιος προστάτης των Σταυροφόρων και των Προσκόπων. 

Ως τροπαιοφόρος (στρατιωτικός) άγιος και ελευθερωτής συγκεντρώνει πολλές θαυμάσιες διηγήσεις και παραδόσεις, από τις οποίες η σπουδαιότερη είναι αυτή που μιλάει για το φόνο του δράκοντα και της σωτηρίας της βασιλοπούλας. Το θηρίο αυτό φυλούσε το νερό μιας πηγής κοντά στη Σιλήνα στη Λιβύη και το άφηνε να τρέχει μόνον όταν έβρισκε κάποιον άνθρωπο να φάει. Οι κάτοικοι της περιοχής όριζαν με κλήρο το θύμα του δράκοντα. Ολόκληροι στρατοί είχαν αντιταχθεί με αυτό το τέρας, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο κλήρος έφερε και τη σειρά της βασιλοπούλας, την οποία έσωσε ο Άγιος Γεώργιος φονεύοντας το δράκο.

Απεικόνιση του αγίου φορώντας ένα κόκκινο σταυρό σε λευκό μανδύα ιππότη,
από τον Μπερνάτ Μαρτορέλλ, 1430.

Δοξαστικό αίνων της εορτής:

Δόξα… Ἦχος πλ. α΄
(Θεοφάνους)

Ἀνέτειλε τὸ ἔαρ, δεῦτε εὐωχηθῶμεν, ἐξέλαμψεν ἡ Ἀνάστασις Χριστοῦ, δεῦτε εὐφρανθῶμεν ἡ τοῦ Ἀθλοφόρου μνήμη, τοὺς πιστοὺς φαιδρύνουσα ἀνεδείχθη· διὸ φιλέορτοι, δεῦτε μυστικῶς αὐτὴν πανηγυρίσωμεν· οὗτος γὰρ ὡς καλὸς στρατιώτης, ἠνδρίσατο κατὰ τῶν τυράννων, καὶ τούτους κατῄσχυνε, μιμητὴς γενόμενος τοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, οὐκ ἠλέησε τὸ σκεῦος τὸ πήλινον τὸ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ γυμνὸν ἀνεχάλκευσεν, ἐν βασάνοις αὐτὸ προσαμειβόμενος, αὐτῷ βοήσωμεν· Ἀθλοφόρε ἱκέτευε, εἰς τὸ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Μετάφραση

Ανέτειλε η άνοιξη, ελάτε να γλεντήσουμε, έλαμψε η Ανάσταση του Χριστού, ας ευχαριστηθούμε, η μνήμη του Αθλοφόρου (Αγ. Γεωργίου) που χαροποιεί του πιστούς πρόβαλε. Γι' αυτό εσείς που αγαπάτε τις γιορτές, ελάτε να πανηγυρίσουμε μυστικά, γιατί αυτός σαν καλός στρατιώτης φάνηκε γενναίος άνδρας εναντίων των τυράννων και τους νίκησε, αφού έγινε μιμητής του πάθους του Σωτήρα Χριστού, χωρίς να δείξει συμπόνια στο πήλινο του σκεύος (χωρίς να λυπηθεί το σώμα του), αλλά γυμνό το ανέπλασε αμείβοντάς το με βασανισμούς. Προς αυτόν ας φωνάξουμε: Αθλοφόρε παρακάλεσε (το Θεό) να σώσει τις ψυχές μας.

Ακολουθεί μια από τις ωραιότερες εκτελέσεις του τροπαρίου από τον ιεροψάλτη Ιωάννη Χασανίδη σε ήχο πλ α΄


  

Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020

Μέγας Βασίλειος - Το λιοντάρι του Χριστού



Με αφορμή τη γιορτή των Τριών Ιεραρχών, ένα καταπληκτικό ντοκιμαντέρ για τη ζωή, τις ιδέες και το κοινωνικό έργο του Μ. Βασιλείου, τα γυρίσματα του οποίου έγιναν στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Ιταλία και τη Συρία.

Η σειρά «Δεν είσαι μόνος», πραγματεύεται πανανθρώπινες αξίες που εκφράστηκαν σε κοινωνίες του παρελθόντος και στηρίζεται στα Πατερικά κείμενα, το Ευαγγέλιο, σε κείμενα θεωρητικά, κείμενα φιλοσοφικά, κείμενα δοξαστικά, και πολλές φορές προφητικά.
Αυτά τα κλασσικά κείμενα περιέχουν την πείρα και τη σοφία αιώνων, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, και συνδέονται με τα σημερινά προβλήματα του ανθρώπου, ανοίγοντας έναν γόνιμο διάλογο.
Είναι ένας λόγος που γράφτηκε εδώ και δυόμιση χιλιετίες επίκαιρος;
Σε ποια κοινωνία απευθυνόταν;
Τι κοινό έχει με τη σημερινή;
Μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο σε μια άλλη οπτική, έναν διαφορετικό προσανατολισμό και μια επαναξιολόγηση της πορείας του σήμερα;


Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

Α' Λυκείου: 2.4. Γιορτή (4ο δίωρο)




Α΄ Λυκείου. Θ.Ε. 2 Θρησκευτικότητα
2.4 Γιορτή




Προτεινόμενη Μέθοδος - Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Επιλέγεται η βιωματική μέθοδος, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ΠΣ.

Βιώνοντας:


Η σημασία της γιορτής στην προσωπική και κοινωνική ζωή των μαθητών/μαθητριών.

- «Ιδεοθύελλα». Γράφεται στον πίνακα η λέξη «γιορτή». Καλούνται οι μαθητές/μαθήτριες να εκφράσουν μονολεκτικά, συναισθήματα και σκέψεις, τα οποία καταγράφονται στον πίνακα.

- Εναλλακτικά:
«Σκέψου, Συζήτησε, Μοιράσου (TPS)». Με τη φράση του Δημόκριτου: «Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόχευτος» (μτφρ: μια ζωή χωρίς γιορτές είναι σαν ένας μακρύς δρόμος χωρίς πανδοχείο), καλούνται οι μαθητές/μαθήτριες να απαντήσουν ποια είναι η σημασία και ο ρόλος των γιορτών στην προσωπική και κοινωνική τους ζωή.






«Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόχευτος.»
μετάφραση: μια ζωή χωρίς γιορτές [και πανηγύρια]
είναι σαν ένας μακρύς δρόμος χωρίς πανδοχείο.
(Δημόκριτος 470-370 π.Χ., Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος)





Νοηματοδοτώντας:


Ο εορτασμός σε εβδομαδιαία και ετήσια βάση στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

- Ομαδοσυνεργασία – «Κατασκευή Ημερολόγίου». Κατασκευή ετήσιου ημερολογίου τοίχου. Κάθε ομάδα αναλαμβάνει από 2 μήνες, στους οποίους επισημαίνει τις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, με βάση ένα θρησκευτικό ημερολόγιο που τους παρέχεται (σε φωτοτυπία, μόνον οι μήνες που ενδιαφέρουν κάθε ομάδα). Ακολουθεί συζήτηση με άξονα τις ερωτήσεις: Με ποια κριτήρια επιλέξατε τις γιορτές του ημερολογίου σας; Ποιους τιμά η Εκκλησία στις γιορτές; (Χριστό, Θεοτόκο, Αγίους/Αγίες, θαυμαστά γεγονότα). Για ποιο λόγο νομίζετε ότι το ημερολόγιο είναι γεμάτο με γιορτές; Επικουρικά μπορεί να δοθεί ένα κείμενο για το θεολογικό νόημα της γιορτής και τον καθαγιασμό του χρόνου (Φουντούλης, 1993, Μπασιούδης, 2011) και να χρησιμοποιηθεί προηγούμενη γνώση.

- Εναλλακτικά:
Ομαδοσυνεργασία – «Χάρτης εννοιών»: Δίνονται καρτέλες με διάφορες χριστιανικές γιορτές. Οι μαθητές/μαθήτριες σε ομάδες καλούνται να δημιουργήσουν χάρτη εννοιών σχετικά με το είδος τους (Χριστολογικές, Θεομητορικές, Αγίων, σταθερές, κινητές) και τη θέση τους στον λειτουργικό χρόνο.
Ακολούθως συζητούν με βάση ένα κείμενο για το θεολογικό νόημα της γιορτής και τον καθαγιασμό του χρόνου (Φουντούλης, 1993, Μπασιούδης, 2011, Σχολικό Βιβλίο Α΄ Λυκείου, ΔΕ 7) την επίδραση των γιορτών στη ζωή τους, στο περιβάλλον τους και στην καθημερινή ζωή στην Ελλάδα.

Αναλύοντας:


Οι γιορτές στην Ορθόδοξη Εκκλησία, στις άλλες χριστιανικές παραδόσεις και στις μονοθεϊστικές θρησκείες.

- Ομαδοσυνεργασία – « Ιστοεξερεύνηση μέσω διαδικτύου». Οι μαθητές/μαθήτριες χωρίζονται σε ομάδες και αναζητούν πληροφορίες για τις γιορτές στην ορθόδοξη Εκκλησία, στα άλλα χριστιανικά δόγματα και τις μονοθεϊστικές θρησκείες (Ιουδαϊσμός, Ισλάμ). Μπορούν να δοθούν και βοηθητικά κείμενα (π.χ. Φουντούλης, 1993, Ακεψιμάς, 2000, Σχολικό Βιβλίο Β΄ Λυκείου, σ. 238, Γιαννουλάτος, 2006, Ζιάκας, 2003), Ακολουθεί σύντομη παρουσίαση στην ολομέλεια (ή και ανάρτηση στην ιστοσελίδα του σχολείου).

- Εναλλακτικά:
«Σύγκριση κειμένων»: Με αφορμή τους στίχους ενός τραγουδιού (προαιρετικά, π.χ. Κυριακή, του Δ. Κογιάννη), δίνονται θεολογικά κείμενα για το νόημα της εορτής της Κυριακής (Χριστιανισμός), του Σαββάτου (Ιουδαϊσμός) [Φουντούλης, 1993 (Χριστιανισμός, Ιουδαϊσμός), Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας] και της Παρασκευής (Ισλάμ) (Ζιάκας, 2003) και γίνεται σύγκρισή τους.

Ιουδαϊσμός:


O Iουδαϊσμός from Ioannis Psifas

 Χανουκά





Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η απέραντη  αυτοκρατορία του μοιράστηκε στους στρατηγούς του. Μετά από ένα σκληρό πόλεμο για την κατάκτηση της εξουσίας, στον οποίο ενεπλάκησαν όλα τα έθνη της Μέσης Ανατολής, οι Εβραίοι βρέθηκαν το 175 π.Χ. κάτω από την κυριαρχία της Δυναστείας των Σελευκιδών και του Σύριου βασιλιά Αντιόχου. Ο αλλαζών Αντίοχος, που δεν δίστασε να αυτοαποκαλεστεί "Ο Επιφανής",  πίστεψε ότι η διάδοση και η υιοθέτηση του Ελληνιστικού Πολιτισμού από τους Εβραίους θα αποτελούσε το "εργαλείο" για την πλήρη αφομοίωσή τους. Κήρυξε ιερό πόλεμο εναντίον τους  εφαρμόζοντας την απαγόρευση της διατήρησης των παραδόσεών τους και την εξάσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων, τις συστηματικές διώξεις και τις δολοφονίες. Αποφασισμένος να εξαφανίσει το παραμικρό που θύμιζε την Εβραϊκή θρησκεία, ο Αντίοχος εγκατέστησε το άγαλμα του Δία μέσα στον Ιερό Ναό. Η συνεχής καταπίεση των Εβραίων, η ιεροσυλία του Ναού  και το φάσμα της πλήρους εξαφάνισης οδήγησε μία χούφτα πιστούς να επαναστατήσουν. Αρχηγός της μικρής ομάδας των επαναστατών ήταν ένας ηλικιωμένος ιερέας, ο Ματατιάου Χασσμοναϊ, υποστηριζόμενος από τους πέντε γιούς του. Οι επαναστάτες εκείνης της εποχής ονομάστηκαν "Μακαμπίμ" ή "Μακαβαίοι".

Υστερα από πολλά χρόνια σκληρών πολέμων, οι Μακαβαίοι κατόρθωσαν να αποτινάξουν τον ζυγό των Συρίων και να απελευθερώσουν την πατρίδα τους. Πρώτο τους μέλημα που κράτησε αρκετό καιρό ήταν ο καθαρισμός του Ιερού Ναού από τα ειδωλολατρικά αγάλματα και η  επαναλειτουργία του σύμφωνα με τις Εβραϊκές Παραδόσεις. Εχοντας καθαρίσει και απολυμάνει τον Ναό και έχοντας κτίσει ξανά το θυσιαστήριο του Κυρίου, οι Εβραίοι αποφάσισαν να γιορτάσουν την "επαναφιέρωση" της πίστης στον Θεό τους γι' αυτό και επ' ευκαιρία των εγκαινίων της επαναλειτουργίας του Ιερού Ναού, ονόμασαν την γιορτή αυτή Χανουκά που στα Εβραϊκά σημαίνει "αφιέρωση". 

Για να επαναλειτουργήσει όμως ο Ναός, έπρεπε να βρεθεί μεγάλη ποσότητα από αμόλυντο αγνό ελαιόλαδο, σφραγισμένο από τον Αρχιερέα, για το άναμμα του Αιωνίου Φωτός, της Μενορά. Οι Μακαβαίοι βρήκαν στις αποθήκες του Ναού μόνο ένα μικρό κανατάκι που επαρκούσε υπό κανονικές συνθήκες για το άναμμα μίας μόνο ημέρας. Για να ετοιμάσουν νέα ποσότητα αγνού ελαιολάδου έπρεπε να περάσουν οκτώ ολόκληρες ημέρες. Το δίλημμα ήταν μεγάλο: να περίμεναν άλλες οκτώ ημέρες για να επαναλειτουργήσουν τον Ιερό Ναό ή να χρησιμοποιούσαν την μικρή ποσότητα λαδιού που είχαν βρεί διακινδυνεύοντας να σβήσει η Μενορά μετά από μία ημέρα;  Τελικά, ορμώμενοι από την βαθιά τους πίστη, αποφασίσαν να ανάψουνε την Μενορά και ο Θεός έκανε το θαύμα του: το μικρό κανατάκι λαδιού διήρκεσε οκτώ ολόκληρες ημέρες, όσες ακριβώς χρειάζονταν για να ετοιμάσουν μεγάλη ποσότητα από αγνό λάδι. Τον επόμενο χρόνο, οι χαχαμίμ όρισαν τον παντοτινό εορτασμό του Χανουκά για οκτώ ημέρες, σε ανάμνηση του θαύματος του Θεού και της βοήθειάς Του στην διατήρηση της θρησκευτικής ταυτότητας του Εβραϊκού Λαού.






Σκηνοπηγία - Σουκότ



Μετά τις δέκα Ημέρες του Δέους, στην πανσέληνο του μήνα Τισσρί, γιορτάζουμε το Σουκότ, την χαρούμενη γιορτή της Σκηνοπηγίας, της εκπλήρωσης και της συνάθροισης των αγαθών που ρέουν ύστερα από την μετάνοια και την συγχώρεση.

Τα "σύννεφα της δόξας" που συνόδευαν και προστάτευαν τους Εβραίους στην πορεία τους στην έρημο, μετά την Εξοδο από την Αίγυπτο, εξαφανίστηκαν μετά την μεγάλη αμαρτία με το χρυσό μοσχάρι που κατασκεύασαν, περιμένοντας τον Μωϋσή να κατέβει από το όρος Σινά. Η Θεϊκή προστασία επέστρεψε στους Εβραίους μόνο ύστερα από την τήρηση της εντολής του Θεού, να κτίσουν την Σκηνή του Μαρτυρίου, το Οελ Μοέντ, όπου θα τοποθετούσαν τις Δέκα Εντολές. Το κτίσιμο της Σκηνής ξεκίνησε την 15η ημέρα του μήνα Τισσρί και σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος, της επανένωσης του Εβραϊκού λαού με την διάχυτη αγάπη και φροντίδα του Θεού, γιορτάζουμε το Σουκότ και τηρούμε την Εντολή που μας αναφέρει χαρακτηριστικά η Τορά: "Επί επτά ημέρες θα κατοικείτε σε σκηνές, για να γνωρίζουν οι απόγονοί σας, ότι έβαλα τους Ισραηλίτες να κατοικούν σε σκηνές, όταν τους έβγαλα από την Γή της Αιγύπτου."

Το Σουκότ, μαζί με το Πέσαχ και το Σσαβουώτ, είναι οι τρείς γιορτές προσκυνήματος, Σσελοσσά Ρεγκαλίμ, όπως ονομάζονται, κατά την διάρκεια των οποίων οι Εβραίοι ανέβαιναν με τα πόδια μέχρι την Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσουν τον Κύριο στον Ναό Του, το Μπέτ-Αμικντάσς, και να του προσφέρουν μέρος από την σοδειά τους.

Όταν οι Εβραίοι χαίρονται και αγαλλιάζουν, οι καρδιές μας ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο. 
Τις μέρες του Ιερού Ναού στην Ιερουσαλήμ, στις προσφορές της εορτής του Σουκότ περιλαμβάνονταν εβδομήντα βόδια, που αντιστοιχούσαν σε εβδομήντα έθνη – για την ευημερία, την ειρήνη και την αρμονία ανάμεσα στα «έθνη του κόσμου».

Κατά την διάρκεια των επτά ημερών της γιορτής, από το βράδυ της Τετάρτης 4/10/2017 έως το απόγευμα της Τετάρτης 11/10/17, τρώμε όλα τα γεύματα μέσα στην Σουκά, εκτός εάν βρέχει. Εξαιρείται η πρώτη νύχτα που τρώμε μία φέτα ψωμί μέσα στην Σουκά ακόμα κι' αν βρέχει. Η Σουκά είναι μία προσωρινή κατασκευή, η σκεπή της οποίας φτιάχνεται μόνο από γήϊνα υλικά. Προσφέρει σκιά από τον ήλιο στην διάρκεια της ημέρας και επιτρέπει σε όποιον κάθεται μέσα, να βλέπει τα αστέρια του ουρανού το βράδυ. Μπαίνοντας στην Σουκά είτε για να φάμε είτε για να συνομιλήσουμε με τους γνωστούς μας, αισθανόμαστε την Θεία Παρουσία να μας τυλίγει από την κορυφή έως τα νύχια.

Εορτή της Σκηνοπηγίας - Ιερουσαλήμ

Γιορτές του Ισλάμ




Το μουσουλμανικό έτος αρχίζει με τον εορτασμό της Εγίρας, της εξόδου του Μωάμεθ και των συντρόφων του το 622 μ.Χ. από τη Μέκκα στη Μεδίνα. Τη 10η του ιδίου μηνός εορτάζεται η ανάμνηση της Δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου. Στις 12 του τρίτου μηνός, ο μουσουλμανι
κός κόσμος πανηγυρίζει τη γέννηση του Μωάμεθ με ευφρόσυνο τόνο και ενεργό συμμετοχή των διαφόρων μουσουλμανικών αδελφοτήτων. [...]
Την 27η του εβδόμου μουσουλμανικού μηνός, εορτάζεται η ανάμνηση του νυκτερινού ταξιδιού του Προφήτη στον ουρανό, κατά τη διάρκεια του οποίου έλαβε την εντολή και το σχήμα της μουσουλμανικής προσευχής. Περί τα μέσα του ογδόου μηνός, πανηγυρίζεται το γεγονός του καθορισμού της Qiblah, του προσανατολισμού δηλαδή των προσευχομένων προς την κατεύθυνση της Μέκκας. Η θρησκευτική ζωή του μουσουλμάνου βρίσκεται σε ένταση και έξαρση ιδίως κατά τον ένατο σεληνιακό μήνα, τον Ramadan. Πρόκειται για την κατεξοχήν περίοδο νηστείας, αυτοπειθαρχίας και ασκήσεως, που έχει δύο χαρακτηριστικές αιχμές. Η πρώτη είναι η «νύχτα της δυνάμεως», δηλαδή η νύχτα της 23ης προς την 24η του μηνός, κατά την οποία όπως λέει η Παράδοση, κατήλθε από τον ουρανό το Κοράνιο. Κατ’ αυτήν οι ευσεβείς μουσουλμάνοι αγρυπνούν, πιστεύοντας ότι οι άγγελοι επισκέπτονται τα τεμένη και πραγματοποιούν τις επιθυμίες των πιστών. Η δεύτερη κορυφή θρησκευτικής εξάρσεως είναι η 1η μέρα του δεκάτου μηνός, κατά την οποία διακόπτεται η νηστεία· είναι γνωστή ως «Id al-Fitr» ή «Id al-Saghir», «Εορτή του τέλους της νηστείας» ή «Μικρά εορτή». Την έναρξη πανηγυρισμού ορίζει η εμφάνιση της νέας σελήνης, ενώ ο τόνος της ημέρας είναι ιδιαιτέρως ευφρόσυνος, διότι συνδέεται με το τέλος μιας παρατεταμένης περιόδου νηστείας. Χιλιάδες πιστοί συγκεντρώνονται από νωρίς στα τεμένη. Επειδή είναι αδύνατο να επαρκέσει ο εσωτερικός χώρος, η προσευχή τελείται στο ύπαιθρο, στα τεράστια αίθρια των τεμενών ή στις πλατείες εμπρός απ’ αυτά. Κατά την ημέρα αυτή συνηθίζονται πολλές επισκέψεις μεταξύ φίλων και αποστέλλονται αμοιβαίως γλυκά και εορταστικές κάρτες. Πολλοί κάνουν ελεημοσύνες στους φτωχούς και πηγαίνουν στους τάφους των αγαπημένων τους προσώπων.

Η κορωνίδα των εορτών βρίσκεται στον τελευταίο, τον δωδέκατο μήνα, κατά τον οποίο πραγματοποιείται το μέγα προσκύνημα στη Μέκκα. Όσοι δεν πηγαίνουν εκεί αυτοπροσώπως, συμμετέχουν στη μεγάλη πανήγυρη προσφέροντας τη 10η του μηνός θυσία – σε συντονισμό με την προσφερόμενη στη Mina της Αραβίας – σε ανάμνηση της θυσίας του Αβραάμ. Πριν από τη μεγάλη αυτή εορτή, την Id al-Kabir ή Id al-Adha, προηγείται νηστεία. Η τροφή ετοιμάζεται με προσευχές, στις οποίες μνημονεύεται ο Μωάμεθ και τα απελθόντα μέλη της οικογένειάς του. Όλοι όσοι μπορούν
να αγοράσουν ζώο υποχρεούνται να το προσφέρουν θυσία. [...] Το ζώο τοποθετείται με το κεφάλι προς τη Μέκκα και σφαγιάζεται – συνήθως από τον αρχηγό της οικογένειας – με χτύπημα μάχαιρας στον τράχηλο, ενώ απαγγέλλονται κορανικοί στίχοι. Το κρέας του θύματος μαγειρεύεται και τρώγεται από τα μέλη της οικογένειας και τους φτωχούς. Κατά την ημέρα αυτή συνηθίζονται επίσης [...] επισκέψεις στα κοιμητήρια.

[...] Οι μουσουλμανικές εορτές δεν συνδέονται με σταθερές περιόδους του γνωστού μας έτους, αλλά μετακινούνται διαδοχικά σε όλες τις εποχές, διότι το ισλαμικό ημερολόγιο στηρίζεται στο καλούμενο «σεληνιακό έτος» και διαφέρει από το δικό μας κατά 11 σχεδόν ημέρες.

Γιαννουλάτος, Αναστάσιος, Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας (2006/2016). Ισλάμ.
Θρησκειολογική επισκόπηση. Αθήνα: Το Βήμα, σ. 264-267.



Εφαρμόζοντας:


Κριτική προσέγγιση της λαϊκής θρησκευτικότητας.

- «Ανάλυση Διαστάσεων: “Το πανηγύρι”»: Γίνεται προβολή παρουσίασης (π.χ. PowerPoint), προετοιμασμένης από τον/την εκπαιδευτικό, με εικόνες από ένα θρησκευτικό πανηγύρι (πρόγραμμα της πανηγύρεως από έναν ναό, λιτανεία της εικόνας, παζάρι έξω από τον ναό, χοροί, τραγούδια, φαγοπότι κ.τ.λ.) ή ενός ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ με το ίδιο θέμα. Οι μαθητές/μαθήτριες καλούνται καταρχήν να διακρίνουν σε δύο στήλες τα λαϊκά στοιχεία και τα θρησκευτικά στοιχεία της πανηγύρεως. Στη συνέχεια, επιχειρούν ανάλυση των διαστάσεών της (ουσιαστική, χωρική, χρονική, ποσοτική, ποιοτική). Ακολουθεί αξιολόγησή της.

- Εναλλακτικά:
Ομαδοσυνεργασία – «Μελέτη περίπτωσης». Οι μαθητές/μαθήτριες χωρίζονται σε ομάδες. Σε κάθε ομάδα δίνεται ένα θρησκευτικό έθιμο (π.χ. πασχαλινά, χριστουγεννιάτικα έθιμα) (π.χ. Χρυσοχόου, 1979, Σέργης, 2015), για το οποίο επιχειρούν να διακρίνουν τις θρησκευτικές καταβολές και το νόημά του. Ακολουθεί κριτική αξιολόγηση της σημερινής πρακτικής του εθίμου (π.χ. πόση επίγνωση του θρησκευτικού νοήματος του εθίμου έχει ο σύγχρονος νέος/η σύγχρονη νέα; Ποια είναι τα κίνητρα που ωθούν έναν σύγχρονο νέο/μια σύγχρονη νέα να τηρήσουν το έθιμο; Φολκλόρ ή ουσία;).

1. Ο Κλήδονας

Απ’ τα ξημερώματα της παραμονής του Αι Γιαννιού πριν από τη δουλειά, και πριν πάει σκολειό στείλανε την Ανθούλα στη βρύση με ένα χωματένιο σταμνί να το γεμίσει νερό.
-Τσιμουδιά ακούς; Αμίλητο πρέπει να είναι.
Ύστερα το κάθε κορίτσι έδωσε κι από ένα σημάδι. Ένα κουμπί, μια ψεύτικη καρφίτσα, ένα σκουλαρίκι.
Αφού ρίξανε τα σημάδια στο αμίλητο νερό, σκέπασαν το σταμνί μ’ ένα κόκκινο πανί και το βράδυ το βάλανε στα κεραμίδια. Να το γητέψει η νύχτα και τα άστρα. Το πήρανε πρωί πρωί πριν το ματιάσει ο ήλιος. [...]
Από το απόγευμα της Παραμονής τα παιδιά βάλθηκαν να κουβαλάνε ξυλαράκια, χόρτα, χαρτιά. Δίνανε και οι μαγαζάτορες παλιόκασες, παλιοπάνερα για να ταΐζουν τις φωτιές. Μόλις κλείσανε τα μαγαζιά, άρχισαν να πηδάνε κι αυτοί.
Την πιο μεγάλη φωτιά την ανάψανε τα παιδιά στην αυλή του τζαμιού. Πηδούσαν μικρά και μεγάλα και δεν σταματούσαν. Αναψοκοκκίνιζαν τα μάγουλα των κοριτσιών απ’ τις φλόγες και τη χαρά της βραδιάς. [...]
Την άλλη μέρα ύστερα από τη λειτουργία μαζευτήκανε τα κορίτσια. Από τα χαράματα στο πόδι, να τελειώσουν οι δουλειές να προλάβουνε τον κλήδονα.
Το πρώτο κορίτσι παίρνει το σταμνί και λέει:
Ανοίξετε τον κλήδονα στ’ Άι Γιαννιού τη χάρη
Κι όπου ΄χει την τύχη την καλή θα βρει το παληκάρι.

Χρυσοχόου, Ιφ. (1979). Ξεριζωμένη Γενιά. Αθήνα: Φιλιππότη, σ. 79-81.


Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017

Γιατί γιορτάζουμε την Ύψωση του Τίμιου Σταυρού;


Στις 14 Σεπτεμβρίου σύμπασα η Ορθοδοξία τιμά τον Σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως το «καύχημά» Της και η «δόξα» Της. Η εορτή της Παγκόσμιας Ύψωσης καθιερώθηκε ίσως από τον ίδιο τον Μέγα Κωνσταντίνο, κατά προτροπή προφανώς της μητέρας του αγίας Ελένης, αμέσως μετά την εύρεση του Τιμίου Ξύλου στα Ιεροσόλυμα, γύρω στο 330. 

Η τιμή προς τον Τίμιο Σταυρό ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους. Οι επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι γεμάτες από χωρία στα οποία εξαίρεται ο ρόλος του Σταυρού για τη σωτηρία του κόσμου. 

Το γεγονός ότι οι κατακόμβες είναι γεμάτες από χαραγμένους σταυρούς αποδεικνύει ότι οι διωκόμενοι χριστιανοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους τύπους του αδίκως παθόντος Κυρίου Ιησού Χριστού. Το ιερό αυτό σύμβολο τους εμψύχωνε και τους έδινε τη δύναμη του μαρτυρίου. 



Το όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου "ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ", τοιχογραφία του Ραφαήλ
από τα δωμάτια του πάπα Βοργία στο Βατικανό.

Η θαυματοποιός δύναμη του Σταυρού 


Η δύναμη του Τιμίου Σταυρού φάνηκε στο θαυμαστό όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στα 312, ενώ βάδιζε εναντίον του Μαξεντίου κοντά στη Ρώμη. Οι ιστορικοί της εποχής αναφέρουν ότι ο αυτοκράτορας είδε στον ουρανό, ημέρα μεσημέρι, το σημείο του σταυρού, σχηματισμένο με αστέρια, και την επιγραφή «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ», επίσης σχηματισμένη με αστέρια. 

Ήταν η 28η Οκτωβρίου 312. Από εκείνη την ώρα έδωσε διαταγή το σημείο αυτό να γίνει το σύμβολο του στρατού του. Ο εχθρός κατατροπώθηκε και ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτωρ του απέραντου κράτους. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι η δύναμη του Σταυρού του είχε χαρίσει αυτή την περήφανη νίκη, γι’ αυτό προσέγγισε τον χριστιανισμό. 

Η εύρεση του Τιμίου Σταυρού



Το 326 αναχώρησε για τους Αγίους Τόπους η ευσεβής χριστιανή μητέρα του αγία Ελένη, όπου άρχισε το κτίσιμο λαμπρών ναών. Επίκεντρο ήταν ο Πανάγιος Τάφος του Κυρίου. 

Στο σημείο εκείνο ο αυτοκράτορας Αδριανός είχε κτίσει το 135, κατά τη δεύτερη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, ναό της Αφροδίτης. Η αγία Ελένη επιδόθηκε σε προσπάθειες για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού. Ύστερα από επίπονες ανασκαφές τελικά βρέθηκαν τρεις σταυροί, του Κυρίου και των δύο ληστών. 

Η πιστή βασιλομήτωρ, με δάκρυα στα μάτια παρέδωσε τον Τίμιο Σταυρό στον Πατριάρχη Μακάριο, ο οποίος στις 14 Σεπτεμβρίου του έτους 335 τον ύψωσε στον Γολγοθά και τον τοποθέτησε στον ναό της Αναστάσεως, τον οποίο είχε ανεγείρει η αγία πάνω από τον Πανάγιο Τάφο και ο οποίος σώζεται ως σήμερα.

Η επανάκτηση του Τιμίου Σταυρού 

Ο Ηράκλειος επιστρέφει τον Τίμιο Σταυρό στην
Κωνσταντινούπολη

Την αγία αυτή ημέρα εορτάζουμε και την δεύτερη ύψωση. Στα 613 οι Πέρσες κυρίεψαν την Παλαιστίνη, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα ιερά προσκυνήματα και πήραν ως λάφυρο τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφεραν στη χώρα τους. 

Λόγω των θαυμάτων που επιτελούνταν χάρη στον Τίμιο Σταυρό οι Πέρσες τον θεώρησαν μαγικό και γι’ αυτό τον φύλασσαν και τον προσκυνούσαν, χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική του φύση και ιδιότητα! 

Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος μετά την νίκη του εναντίον των Περσών παρέλαβε τον Τίμιο Σταυρό και τον μετέφερε στην Ιερουσαλήμ. Ο Πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε εκ νέου στο ναό της Αναστάσεως. Ήταν 14 Σεπτεμβρίου του 626. 

Η εκκλησία των Ιεροσολύμων θεώρησε ότι ο Σταυρός του Χριστού ανήκει σε όλη την χριστιανοσύνη και γι’ αυτό αποφάσισε να τεμαχίσει το Τίμιο Ξύλο και να το διανείμει σε όλη την Εκκλησία. 

Έτσι διασώθηκαν μέχρι σήμερα πολλά τεμάχια, τα οποία φυλάσσονται ως τα πολυτιμότερα κειμήλια.



Το Απολυτίκιο της εορτής:

«Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου 
καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, 
νίκας τοὶς Βασιλεύσι κατὰ βαρβάρων δωρούμενος
 καὶ τὸ σὸν φυλάττων διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα».


Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 30 Μαΐου 2017

Αναλήφθηκε ο Χριστός – Αναλήφθηκα κι εγώ!



Γρηγόριος ο Αρχιπελαγίτης 
(Ηγούμενος της Ι. Μ. Δοχειαρίου Αγίου Όρους)

Αυτήν την περίοδο γιορτάζουμε την θεία Ανάληψη. Οι άγιοι Πατέρες την είπανε κορυφή όλων των δεσποτικών εορτών. Γι᾽ αυτό χαιρετούμαστε στον δρόμο με αυτήν την ωραία φράση: «Αναλήφθηκε ο Χριστός» και απαντά ο χριστιανός: «Αναλήφθηκα κι εγώ».

Ο χαιρετισμός μεταξύ των ανθρώπων είναι αρχαιοτάτη παράδοση. Αυτό μας το περισώζει ένας αποδημητικός ψαλμός της Παλαιάς Διαθήκης. Λέγει με παράπονο ο εξόριστος και σκλαβωμένος Εβραίος: «Και δεν μας είπαν οι περαστικοί “Ευλογία Κυρίου σε σας” για να απαντήσουμε κι εμείς “Ευλογήκαμεν υμάς εν ονόματι Κυρίου”».

Οι χαιρετισμοί στην Ορθόδοξη Ελλάδα ήταν οι εξής:


Μόλις ανέβαινε ο ήλιος απ᾽ την ανατολή, ο ένας στον άλλον έλεγε μια παχειά «Καλημέρα». Αν υπήρχαν αντιπάθειες και ψυχρότητες μεταξύ τους, λεγότανε πολύ πικρά και σαν αερικό φυσούσε στα αυτιά του συνοδοιπόρου.

Όταν μεσουράνιζε ο ήλιος, ανταλλάζαμε μεταξύ μας το «Χαίρετε». Ο χαιρετισμός αυτός, που τον απηύθυνε και ο αναστάς Ιησούς στις Μυροφόρες, χρησιμοποιείτο από τους αποστολικούς χρόνους. Αυτό μας το διασώζει και ο ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, όταν μας προτρέπει τοις αιρετικοίς μηδέ χαίρειν λέγειν. Αυτό τα τελευταία χρόνια έχει αντικατασταθή με το «Καλό μεσημέρι» και με άλλους χαιρετισμούς, όπως «Καλή συνέχεια» η το ψυχρότατο «Γεια σου», που είναι σαν να του λες του άλλου «Αι παράτα μας». «Χαίρετε» δεν ακούς πιά. Φαίνεται ότι ο τόπος μας δεν σηκώνει την χαρά, παρ᾽ ότι οι χριστιανοί αυτές τις ημέρες γιορτάζουμε την γιορτή της χαράς, που είναι η Ανάληψη. Η γιορτή της Αναστάσεως χαρακτηρίζεται ως η γιορτή της ελπίδας και η γιορτή της Αναλήψεως ως η γιορτή της χαράς, της αγαλλιάσεως και της ευφροσύνης, γιατί αλλάξαμε τόπο, φύγαμε από την τυραννισμένη γη, από την κοιλάδα του κλαυθμώνος, και ανεβήκαμε στον ουρανό και κάθισε η ανθρώπινη φύση, η πεσούσα, στα δεξιά του Πατέρα, εκεί που κάθεται ο Χριστός. Την ανέλαβε ολόκληρη και την μετέφερε στον ουρανό. Μας άφησε τον κυριακό χαιρετισμό «Χαίρετε» μετά την Ανάσταση, αλλ᾽ εμείς και αυτόν τον αρνηθήκαμε.

Κι όταν ο ήλιος έγερνε προς την δύση, λέγαμε το «Καλησπέρα». Κι όταν την νύχτα πλάκωνε το σκοτάδι και η αφεγγιά, λέγαμε το «Καληνύχτα». Αυτά αντικαταστάθηκαν με ένα ψυχρό χαιρετισμό ο ένας στον άλλο: «Καλό βράδυ». Οι πρόγονοί μας δεν εγνώριζαν τέτοιου είδους χαιρετισμούς. Σε κάθε συνάντηση ο ένας προκαλούσε τον άλλον να χαιρετιστούν. Αν δεν μιλούσε ο συναπαντώμενος, του έλεγαν: «Και τα γαιδούρια, όταν συναντούνται μεταξύ τους, μυρίζει το ένα το άλλο στο στόμα». Τα ακούσματα των χαιρετισμών όλη την ημέρα ήταν λύρα γλυκόφθογγη, ήταν αρμονία ανεπανάληπτη. Μόνον την νύχτα υπήρχε σιγή. Ο ψαράς που ώρθριζε και ο αγρότης γέμιζαν την ημέρα με ευχές ο ένας στον άλλον. Το να μη χαιρετάει κάποιος τον συνάνθρωπό του για την πνευματική ζωή θεωρείτο εμπόδιο να κοινωνήσει.

− Δεν χαιρετώ τον αδελφό μου.

− Δεν θα κοινωνήσεις −έλεγε ο πνευματικός.

− Μα του λέγω και δεν απαντά.

− Πες εσύ τον χαιρετισμό κι ας μη σού απαντήσει.

Και οι συγκατοικούντες καλημέριζε ο ένας τον άλλον, αφού όμως πρώτα έπλεναν το πρόσωπό τους, σταυροσημειούντο και έλεγαν τις πρωινές τους προσευχές. Μετά άκουγες την μάμμη και την μάννα: «Καλημέρα, παιδί μου».

Μαζί με τους σπουδαίους αυτούς χαιρετισμούς, που ήταν τα κλειδιά που άνοιγαν την επαφή των ανθρώπων μεταξύ τους, επιμελής ήταν και η τήρηση σε κάθε γιορτή των θρησκευτικών η εκκλησιαστικών παραδόσεων, γιατί μερικές από αυτές είλκυαν την καταγωγή από τους αρχαιοτάτους χρόνους. Η θεία Ανάληψη συνοδευόταν όλη την ημέρα από πολλές μεγαλοπρέπειες. Αυτήν την ημέρα όσοι είχανε μάνδρες άρμεγαν το γάλα και δεν το τυροκομούσαν· το μοίραζαν στους γνωστούς και φίλους. Όλα τα σπίτια αυτήν την ημέρα έτρωγαν ρυζόγαλο.

Ήμουν παιδί και η μάννα μου με μία κατσαρόλα με χερούλι με έστελνε και στις πιο απομακρυσμένες γειτονιές να τους προσφέρω γάλα. Τα τελευταία χρόνια που έζησα στο χωριό μου, κρατώντας την κατασαρόλα το γάλα, συνάντησα την νέα γενιά, τους νταγλαράδες, όπως έλεγαν οι γιαγιάδες στο χωριό μου, οι οποίοι, επηρεασμένοι από διάφορα κινήματα να ανατρέψουνε, να θάψουνε, να εξαφανίσουνε τις παραδόσεις μας, μόλις με υπάντησαν με την κατσαρόλα με το γάλα, είπαν μεταξύ τους ειρωνευτικά: «Οι χωριάτες σήμερα μοιράζουν το γάλα, για να μη ψωριάσουν τα πρόβατά τους». Πάντα απαίσια ζωηρός, έρριξα την κατσαρόλα με το γάλα στο χώμα και είπα στην μάννα μου: «Τέλος αυτή η συνήθεια». Δεν γνωρίζω τι γίνεται σήμερα· αν σταμάτησε η αν υπάρχη η συνήθεια αυτή, την ημέρα της Αναλήψεως να μη μπαίνη γάλα στο καζάνι του τυροκομειού.

Άλλη συνήθεια ήτανε στις 12 το μεσημέρι να χτυπούν χαρμόσυνα όλες οι καμπάνες του χωριού. Προβόδιζαν τον Χριστό, που ανέβαινε στον ουρανό. Νύχτα η γέννηση, νύχτα η ανάσταση, μεσημέρι η ανάληψη. Αγιασμός σε όλα. Με τον ήχο των κωδωνοκρουσιών, όλοι βρισκόμασταν στην θάλασσα, γιατί πιστεύαμε ότι ο Χριστός αγίασε τα ύδατα. Νίπταμε τα πρόσωπά μας και τους πόδας μας. Και οι μητέρες, αν δεν είχαν θυμιατό στο σπίτι τους, με το φουγουδάκι γεμάτο κάρβουνα και λιβάνι, θύμιαζαν τον ουρανό, όπου ανέβηκε ο Χριστός. Όλοι χαιρόμασταν, όλοι γιορτάζαμε, όλοι πανηγυρίζαμε αυτόν τον αποχωρισμό. Όλοι κοιτάζαμε τον ουρανό και βλέπαμε τον Χριστό καθισμένο επάνω σε μια νεφέλη να ανεβαίνει. «− Αλήθεια τον βλέπατε; − Τον βλέπαμε και τον βλέπουμε και θα τον βλέπουμε!» Σύσσωμο το χωριό, στην κυριολεξία γλεντούσε αυτόν τον αποχαιρετισμό. Μου θύμιζε τα παλιά καράβια, τα ιστιοφόρα, που έβγαιναν στο πέλαγος και σφύριζε η μπουρού και ανεμίζαν τα πανιά και οι άνθρωποι κρατούσανε κάθε άσπρο πανί και αποχαιρετούσανε τους θαλασσοδαρμένους ναυτικούς μας.

Σε άλλα μέρη, μόλις έπεφτε το σκοτάδι της νύχτας, κάνανε λαμπαδοφορίες, για να βλέπει ο Χριστός να ανέβει στους ουρανούς. Πλήρης η μέρα πανηγύρια και γιορτές. Ο Χριστός στον ουρανό κι εμείς μέναμε στην γη με την προσμονή του Παρακλήτου, του Αγίου Πνεύματος. Κανείς δεν μαγάριζε την ημέρα αυτήν ούτε με την συζυγική συνεύρεση. Θεία και ιερά ονόμασαν την Ανάληψη. Και μέχρι σήμερα οι χριστιανοί θεία Ανάληψη την ονομάζουνε και −φοβερό πράγμα− χαίρονται τον αποχωρισμό, γιατί περιμένουνε το Άγιο Πνεύμα, που θα παραμείνει μαζί μας μέχρι την εσχάτη ώρα.

Ο Χριστός με αλαλαγμό −λέγει ο προφήτης− ανέβηκε στον ουρανό. Και η Εκκλησία μας πιστεύει ότι ο Χριστός θα ᾽ρθει πάλι στον κόσμο με αλαλαγμό σάλπιγγος. Θα φέρει τους τύπους του πάθους του και θα ᾽ναι τα ιμάτιά του ερυθρά, όπως εκείνος που βγαίνει από το πατητήρι. Πάτησε κάθε αμαρτία, κάθε παρανομία κι ανέβηκε στον ουρανό με ερυθρά τα ιμάτιά του. Μας τα προανήγγειλαν οι Προφήτες, μας τα δίδαξαν οι Απόστολοι και οι Πατέρες, φερόμενοι υπό Αγίου Πνεύματος. Στον περίτεχνο αργαλειό της καρδιάς τους ύφαναν ύμνους γι᾽ αυτήν την ημέρα, περίτεχνους ύμνους, που εμείς σήμερα τους ψάλλουμε και τους τραγουδούμε, όπου και αν βρισκόμαστε.

Αναλήφθηκε ο Χριστός, αναλήφθηκα κι εγώ. Δόξα τω αναληφθέντι Χριστώ. Αμήν.
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Αναστενάρια, χορεύοντας με τους αγίους



Τα αναστενάρια είναι ένα ιδιότυπο λατρευτικό έθιμο που συνδέεται με τη γιορτή των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (21 Μαΐου). Κύρια χαρακτηριστικά του είναι ο εκστατικός χορός και η πυροβασία ανδρών και γυναικών, οι οποίοι ονομάζονται αναστενάρηδες. 




Το έθιμο φαίνεται να έχει διονυσιακές ρίζες αφού αναφέρεται πως στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου οι ορφικοί υπήκοοί του τελούσαν προς τιμήν του τα ορφικά μυστήρια. Αυτά ήταν θρησκευτικά μυστήρια υπέρ του Ορφέα, που ο ίδιος ο αυτοκράτορας τους επέτρεψε ελεύθερα να τελούν. Έτσι και μετά το θάνατό και την αγιοποίησή του οι πιστοί του συνέχισαν να τα τελούν στη μνήμη του κατά την ημέρα των ονομαστηρίων του αγίου Αυτοκράτορα. 


Ορισμένοι ανθρωπολόγοι βέβαια, θεωρούν ότι η τελετουργία των Αναστεναρίων ανάγει τις ρίζες της στις αφρικανικές τοτεμιστικές λατρείες, όπου λατρεύονται πνεύματα: Προσωποποιημένα όντα, καλά ή κακά, που κατοικούν σε φυσικά όντα ή αντικείμενα (άνθρωποι, δέντρα, ζώα, λίμνες, ποτάμια, βουνά, εδάφη, φυσικά φαινόμενα και ανθρώπινες καταστάσεις), καθώς και πρόγονοι, ψυχές νεκρών λατρεύονται γιατί θεωρούνται ότι προστατεύουν την οικογένεια, εξασφαλίζουν γονιμότητα, υγεία και ευημερία.





Στα αφρικανικά θρησκεύματα η επικοινωνία με τα πνεύματα επιδιώκεται με την πνευματοληψία και τη λατρεία μέσω διαβατήριων τελετών, όπου ένα άτομο περνά από ένα στάδιο ζωής σε άλλο όπως η γέννηση κλπ. Σημαντικότερος τρόπος λατρείας, είναι οι προσφορές συνήθως τροφής και οι θυσίες  ζώων, που γίνονται κυρίως για τα πνεύματα προγόνων, ώστε αυτά να συντηρηθούν και να φροντίσουν με τη σειρά τους για την ευημερία του λάτρη, της οικογένειας και της κοινότητας. Επομένως, εύλογα μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί το έθιμο των Αναστεναρίων συνδέεται για ορισμένους άρρηκτα με το σαμανισμό, απόηχο των αφρικανικών τελετουργιών. 


Τα αναστενάρια τελούνταν παλιά σε μια μικρή περιοχή της επαρχίας Σωζοαγαθουπόλεως της βόρεια-ανατολικής Θράκης. Η περιοχή αυτή λεγόταν "τυφλή επαρχία" επειδή περιβάλλεται από ψηλά βουνά που καθιστούσαν δύσκολη την επικοινωνία με τα γειτονικά μέρη. Κέντρο της εκδήλωσης αποτελούσε το Κοστί (Kosti) το μεγαλύτερο χωριό της περιφέρειας, το οποίο βρίσκεται σήμερα στη Βουλγαρία. Το έθιμο που έχει τις ρίζες του στις παγανιστικές τελετές πέρασε στις διονυσιακές τελετές αργότερα και έφτασε μέχρι στις μέρες μας.



Ο θρύλος

Το ιστορικό του εθίμου αναφέρεται σε ένα θρύλο κατά τον οποίο η εκκλησία του χωριού Κοστί, που ήταν αφιερωμένη στους αγίους Κωνσταντίνου και Ελένη, πήρε φωτιά και οι κάτοικοι του χωριού προσπαθώντας να σώσουν μπήκαν μέσα στο φλεγόμενο ναό και άρπαξαν ότι βρήκαν μπροστά τους. Διαπίστωσαν έπειτα ότι κανείς δεν είχε καεί ή τραυματιστεί το γεγονός αυτό το απέδωσαν στη χάρη του Αγίου και από τότε τελούν το έθιμο αυτό. 

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 οι κάτοικοι του χωριού εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μέρη κυρίως της Μακεδονίας, όπου μαζί με τα άλλα έθιμα μετέφεραν και τα αναστενάρια. Έτσι το έθιμο μεταφυτεύτηκε στην Αγία Ελένη Σερρών αλλά και στην Κερκίνη, στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, στη Μελίκη Ημαθίας και στη Μαυρολεύκη Δράμας.



Το τελετουργικό


Οι Αναστενάρηδες, έχουν ως ανώτατο αρχηγό τους το «αναστενάρικο εικόνισμα του Αγίου» και ανώτατο ιεράρχη τους, τον Αρχιαναστενάρη. Οι εικόνες που κουβαλούν μαζί τους, είναι οι λεγόμενες «χάρες» που παριστάνουν το ιερό ζεύγος των Αγίων και τους δίνουν την ικανότητα να βαδίζουν στη φωτιά. 

Ο χορός των Αναστενάρηδων, σ’ όλη τη διάρκεια του εθίμου, μπορεί να διαχωριστεί σε τρεις φάσεις: 
α) πριν την πυροβασία 

β) κατά το ξεκίνημα και 

γ) κατά την επιστροφή από την πυροβασία.

Κορύφωσή τους είναι η πυροβασία: ο χορός πάνω στα αναμμένα κάρβουνα, που φανερώνει την επαφή με τη φωτιά και την συμφιλίωση με το φόβο που απορρέει από την επαφή με αυτό το στοιχείο. Αυτή μπορεί να υποκατασταθεί και από άλλες κινήσεις του Aναστενάρη, όπως για παράδειγμα το πιάσιμο και το παίξιμο με τα αναμμένα κάρβουνα. Την ώρα που οι αναστενάριδες πατούν πάνω στα κάρβουνα ψιθυρίζουν: "στάχτ να γέν, στάχτ να γέν".



Στην περιφέρεια της κεντρικής εκδήλωσης του δρώμενου, της επαφής δηλ. με τη φωτιά, εκδηλώνονται και άλλες τελετουργίες, απαραίτητες για να δημιουργήσουν το κατάλληλο κλίμα: το σφάξιμο του μαύρου πρόβατου, για παράδειγμα, ή το ξενύχτι στο κονάκι (σπίτι) του αρχιαναστενάρη, του Γιαβάση. Όλα στο δρώμενο πρέπει να τηρούνται με τάξη και σχολαστικότητα. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από αναστενάρη ή ακόμη και από τον παρατηρητή, μπορεί να θυμώσει τον Άγιο και να δημιουργήσει προβλήματα σε αυτόν που θα το έκανε. Οι τελετές αυτές εκτελούνται κυρίως από γυναίκες, σύμφωνα με τις οποίες, ο  Άγιος Κωνσταντίνος έχει τη δύναμη να προκαλεί και να θεραπεύει τα προβλήματά τους, και με αυτόν τον τρόπο μέσα από την συμμετοχή τους στην τελετουργία των Αναστενάρηδων, θα μπορέσουν να αποκτήσουν τον έλεγχο των προβλημάτων τους.


Οι προετοιμασίες των Αναστεναρίων αρχίζουν στις 27 Οκτωβρίου, όταν γίνονται οι αγερμοί για να συγκεντρωθούν μέσα στα αμανέτια τα χρήματα για την αγορά του ιερού θύματος. Η μέρα αυτή ονομάζεται «Μέρα του Σκλάβου», μια ονομασία που προέρχεται από τα κατ’ Αγρούς Διονύσια της αρχαιότητας. Στις 18 Ιανουαρίου αγοράζουν το «μπικάδι», το ζώο δηλαδή που θα θυσιαστεί. Προτιμούν τον ταύρο, που συνδέεται με τις αρχαίες ηλιακές λατρείες του Θεού Μίθρα και του Διόνυσου. Ο ορφικός μύθος λέει ότι όταν οι Τιτάνες προσπάθησαν να πιάσουν τον Διόνυσο για να τον σκοτώσουν, το μικρό παιδί πήρε μορφές διάφορων ζώων για να ξεφύγει. Μεταμφιέστηκε σε λιοντάρι, τίγρη, ίππο και όταν τέλος πήρε τη μορφή του ταύρου, τον έπιασαν οι Τιτάνες και τον διαμέλισαν. Σήμερα συνηθίζεται να θυσιάζουν ένα μαύρο κριάρι, σύμβολο κι αυτό του Θεού Διόνυσου. 



Μετά την πρώτη δημόσια εκτέλεση του τελετουργικού το 1947, η Εκκλησία καταδίκασε τα Αναστενάρια και αρνήθηκε την πρόσβαση των συμμετεχόντων στη θεία λειτουργία και τα άλλα μυστήρια. Παρόλα αυτά, οι Αναστενάρηδες, που και τότε θεωρούσαν τους εαυτούς τους χριστιανούς ορθόδοξους, συνέχισαν να εκτελούν την τελετουργία αυτή παρά την ένσταση της Εκκλησίας. Η Εκκλησία θεωρεί ότι η τελετή αυτή είναι παγανιστικό απομεινάρι και ότι δε συνδέεται με κάποιο θαύμα του αγίου αφού παρόμοιες τελετές υπήρχαν και στην αρχαιότητα αλλά συναντάμε και σε άλλα μέρη του κόσμου όπως στην Ινδία αλλά και στη Κίνα που συνδέονται εκεί με ανάλογες θρησκευτικές δοξασίες.

Αναστενάρια στη Βουλγαρία


Ακολουθούν δυο βίντεο που παρουσιάζουν το γεγονός όπως εκτελείται σήμερα στην Αγία Ελένη Σερρών.





Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Η παρουσία του Θεού στην ανθρώπινη ιστορία


ΔΕ: 7. Η παρουσία του Θεού στην ανθρώπινη ιστορία

Α΄ Λυκείου

Η Θεία Οικονομία
Ο άνθρωπος δε θέλησε να μείνει κοντά στο δημιουργό του. Μόνος του και ελεύθερα έκοψε τους δεσμούς του με το Θεό. Πρώτη συνέπεια ήταν η απώλεια της παραδείσιας κατάστασης, δηλαδή η διακοπή της κοινωνίας με το Θεό, ο πνευματικός θάνατος. Η έμφυτη ανάγκη της ψυχής για το Θεό, όμως, με το πέρασμα του χρόνου, οδήγησε σταδιακά τους ανθρώπους στη δημιουργία θεών και στην εξάπλωση της ειδωλολατρίας.

Ο Δεσπότης του κόσμου είδε με φιλάνθρωπα μάτια τη διαφθορά του ανθρώπου και θέλησε να τον επαναφέρει από την πλάνη στην επίγνωση της αλήθειας. Να αποκαταστήσει την πεσμένη και διχασμένη από την αμαρτία φύση του ανθρώπου και να τη σώσει από τη φθορά και το θάνατο. Ο Θεός «οικονόμησε», δηλαδή σχεδίασε και πραγματοποίησε τη σωτηρία του ανθρώπου. Αυτό έγινε σταδιακά, όπως ακριβώς κάνει ο γιατρός, που με κατάλληλη δίαιτα και φαρμακευτική αγωγή επαναφέρει έναν άρρωστο οργανισμό στην κατάσταση της υγείας. Το σχέδιο αυτό του Θεού λέγεται «θεία οικονομία».

Το σχέδιο της θείας οικονομίας πέρασε από τρεις φάσεις. Για την πραγματοποίησή του απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η ελεύθερη συνεργασία, η συγκατάθεση των ανθρώπων.

1η φάση (Η Παλαιά Διαθήκη)
Καλεί πρώτα ο Θεός τον Αβραάμ, που συνεργάζεται με το Θεό υποδειγματικά και μεταφέρει στο λαό τις υποσχέσεις του για σωτηρία. Το ίδιο κάνουν και οι άλλοι πατριάρχες της Π. Διαθήκης.

2η φάση (Η Καινή Διαθήκη)
Η ζωή του Κυρίου, τα θαύματα, η διδασκαλία, το Πάθος και η Ανάστασή του είναι η δεύτερη φάση του θείου σχεδίου.

3η φάση (Η Εκκλησία)
Η τρίτη φάση της Θείας οικονομίας είναι η Εκκλησία που ίδρυσε ο Κύριος. Αυτή συνεχίζει το σωτήριο έργο του.



Οι χριστιανικές γιορτές

Τα θαυμαστά γεγονότα για τη σωτηρία του ανθρώπου πανηγυρίζονται με τις γιορτές της Εκκλησίας. Σκορπισμένες μέσα στο έτος, μας θυμίζουν την επίγεια ζωή του Κυρίου, της Υπεραγίας Θεοτόκου και των αγίων. Ξαναγεννιέται μέσα μας ο Χριστός, σταυρώνεται, ανασταίνεται.

Οι γιορτές είναι εβδομαδιαίες και ετήσιες.
Από τις εβδομαδιαίες η σπουδαιότερη είναι η Κυριακή, η ημέρα του Κυρίου, της Ανάστασής του. Είναι η σταθερή ημέρα τέλεσης της Θείας Ευχαριστίας. Είναι ακόμη η πρώτη ημέρα της εβδομάδας, ημέρα σωτηρίας και αναδημιουργίας.
Εκτός από την Κυριακή, και οι άλλες ημέρες της εβδομάδας είναι για την Εκκλησία μας γιορτινές. Έτσι μαζί με τους καθιερωμένους αγίους τιμούμε: 

  • τη Δευτέρα τους αγγέλους, 
  • την Τρίτη τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, 
  • την Τετάρτη το Σταυρό του Κυρίου, 
  • την Πέμπτη τους αποστόλους και τον Άγιο Νικόλαο, 
  • την Παρασκευή τα Πάθη του Κυρίου 
  • το Σάββατο τους μάρτυρες. Το Σάββατο είναι ακόμη ημέρα μνήμης των νεκρών.

Οι ετήσιες γιορτές διαιρούνται σε:

  • Δεσποτικές (προς τιμή του Δεσπότη Χριστού), 
  • Θεομητορικές (προς τιμή της Μητέρας του Θεού) και 
  • σε εορτές των αγίων. 
Οι Δεσποτικές γιορτές χωρίζονται σε

  • κινητές και 
  • ακίνητες.



Το Πάσχα δε γιορτάζεται κάθε χρόνο την ίδια ημερομηνία, είναι δηλαδή γιορτή κινητή. Στον κύκλο του κινούνται και άλλες κινητές γιορτές. Είναι οι Κυριακές του Τριωδίου* πριν από το Πάσχα (Μαρία Αιγύπτια, Ιωάννης Κλίμακος* κ.ά) και του Πεντηκοσταρίου* μετά το Πάσχα (Ζωοδόχος Πηγή, Ανάληψη, Πεντηκοστή, εορτή του Αγ. Πνεύματος κ.ά.). Η γιορτή του Αγ. Γεωργίου (23 Απριλίου), μετακινείται στη δεύτερη μέρα του Πάσχα, όταν η 23 Απριλίου πέφτει μέσα στη Μεγάλη Σαρακοστή.








Τα Χριστούγεννα, γιορτάζονται πάντοτε στις 25 Δεκεμβρίου και είναι ακίνητη γιορτή. Με κέντρο τα Χριστούγεννα, έχουμε γιορτές των οποίων η ημερομηνία δεν αλλάζει (Περιτομή, Υπαπαντή, Ευαγγελισμός).

Ακολουθεί η παρουσίαση της διδακτικής ενότητας:

Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου




Αλέξ. Παπαδιαμάντης


Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου πρωτοδημοσιεύτηκε στις 15 Αυγούστου 1906 στο τεύχος 141-142 του δεκαπενθήμερου φιλολογικού περιοδικού Παναθήναια. Ο «φακός» του Παπαδιαμάντη εστιάζει στο εκκλησάκι της Παναγίας της Πρέκλας στη Σκιάθο. Στο προαύλιο του ναϊσκου υπάρχει μια μικρή προχειροκτισμένη καλύβα, όπου ζει σαν καλόγηρος ένας πρώην άρχοντας του τόπου, ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας, που αναπολεί τις καλές και κακές στιγμές της ζωής του.




Ανάμεσα εις συντρίμματα και ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων, εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, είς έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, προς μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν της νήσου, όπου την νύκτα επόμενον ήτο να βγαίνουν και πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τον ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγας εις την ερημίαν, θρηνούσαι το πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εις τον επάνω κόσμον-εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Δεν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δεν υπήρχε στέγη και άσυλον εις όλον το οροπέδιον εκείνο, παρά την απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε και εις το προαύλιον του ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ.Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών την ξυλείαν, όσην ηδυνήθη να εύρη, καί τινας λίθους από τα τόσα τριγύρω ερείπια, διά να στεγάζεται προχείρως εκεί και καπνίζη ακατακρίτως το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν, έξω του ναού, ο φιλέρημος γέρων.



Ο ναΐσκος ήτο ιδιόκτητος· πράγμα σπάνιον εις τον τόπον, λείψανον παλαιού θεσμού· ήτον κτήμα αυτού του γέροντος Φραγκούλα. Ο αξιότιμος πρεσβύτης, φέρων όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα προεστού, ωραίον φέσι του Τουνεζίου, επανωβράκι τσόχινον, με ζώνην πλατείαν κεντητήν, μακράν τσιμπούκαν με ηλέκτρινον μαμόν, και κρατών με την αριστεράν ηλέκτρινον μακρόν κομβολόγιον, δεν ήτο και πολύ γέρων, ως πενήντα πέντε χρόνων άνθρωπος. Κατήγετο από την αρχαιοτέραν και πλέον γνησίως αυτόχθονα οικογένειαν του τόπου. Ήτον εκ νεαράς ηλικίας ευσταλής, υψηλός, λεπτός την μέσην, μελαγχροινός, με αδρούς χαρακτήρας του προσώπου, δασείας οφρύς, οφθαλμούς μεγάλους, ογκώδη ρίνα, χονδρά χείλη προέχοντα. Ηγάπα πολύ τα μουσικά τα τε εκκλησιαστικά και τα εξωτερικά, υπήρξε δε με την χονδρήν, αλλά παθητικήν φωνήν του, ψάλτης και τραγουδιστής εις τον καιρόν του μέχρι γήρατος.

Την Σινιώραν, ωραίαν νέαν, λεπτοφυή, λευκοτάτην, την είχε νυμφευθή από έρωτα. Ήδη είχε συζήσει μαζί της υπέρ τα είκοσι πέντε έτη, και είχεν αποκτήσει τέσσαρας υιούς και τρεις θυγατέρας. Αλλά τώρα, εις τον ουδόν του γήρατος, δεν συνέζη πλέον μαζί της.

Είχε χωρίσει άπαξ ήδη, αφού εγεννήθησαν τα τέσσαρα πρώτα παιδία, δύο υιοί και δύο θυγατέρες· ο πρώτος ούτος χωρισμός διήρκεσεν επί τινας μήνας. Είτα επήλθε συνδιαλλαγή και συμβίωσις πάλιν. Τότε εγεννήθησαν άλλα δύο τέκνα, υιός και θυγάτριον. Είτα επήλθε δεύτερος χωρισμός , υπέρ το έτος διαρκέσας. Μετά τον χωρισμόν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε εγεννήθη ο τελευταίος υιός. Ακολούθως επήλθε μακρός χωρισμός μεταξύ των συζύγων. Ο τελευταίος ούτος χωρισμός, μετά πολλάς αγόνους αποπείρας συνδιαλλαγής, διήρκει από τριών ετών και ημίσεος. Δεν ήτο πλέον φόβος να γεννηθούν άλλα τέκνα. Η Σινιώρα ήτο υπερτεσσαρακοντούτις ήδη.


Την εσπέραν εκείνην, της 13 Αυγούστου του έτους 186... εκάθητο μόνος, ολομόναχος, έξω του ναΐσκου, εις το προαύλιον, έμπροσθεν της καλύβης την οποίαν είχε κτίσει, εκάπνιζε το τσιμπούκι του κ’ ερρέμβαζεν. Ο καπνός από τον λουλάν ανέθρωσκε και ανέβαινεν εις κυανούς κύκλους εις το κενόν, και οι λογισμοί του ανθρώπου εφαίνοντο να παρακολουθούν τους κύκλους του καπνού και να χάνωνται μετ’ αυτών εις το αχανές, το άπειρον. Τι εσκέπτετο;

Βεβαίως την σύζυγόν του, με την οποίαν ήσαν εις διάστασιν, και τα τέκνα του, τα οποία σπανίως έβλεπεν. Εσχάτως του είχον παρουσιασθή πρώτην φοράν εις την ζωήν του, και οικονομικαί στενοχωρίαι. Ο Φραγκούλας ήτο μεγαλοκτηματίας. Είχε παμπόλλους ελαιώνας, αμπέλια αρκετά, και χωράφια αμέτρητα. Μόνον από τον αντίσπορον των χωραφιών ημπορούσε να μην αγοράζη ψωμί δι’ όλου του έτους αυτός και η οικογένειά του. Οι δε ελαιώνες, όταν εκαρποφόρουν έδιδον αρκετόν εισόδημα. Αλλ’ επειδή δεν ειργάζετο ποτέ μόνος του, τά έξοδα «τον έτρωγαν!» Είτα, αυξανομένης της οικογενείας, συνηυξάνοντο και αι ανάγκαι. Και όσον ηύξανον τα έξοδα, τόσον τα έσοδα ηλαττούντο. Ήλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», αφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Είτα, διά πρώτην φοράν, έλαβεν ανάγκην μικρών δανείων. Δεν εφαντάζετο ποτέ ότι μία μικρή κάμπη αρκεί διά να καταστρέψη ολόκληρον φυτείαν. Απηυθύνθη εις ένα τοκογλύφον του τόπου.

Οι τοιούτοι ήσαν άνθρωποι «φερτοί», απ’ έξω, και όταν κατέφυγον εις τον τόπον, εν ώρα συμφοράς και ανεμοζάλης, κατά την Μεγάλην Επανάστασιν, ή κατά τα άλλα κινήματα τα προ αυτής, αρχομένης της εκατονταετηρίδος, κανείς δεν έδωκεν προσοχήν και σημασλιαν εις αυτούς.

Αλλ’ επειδή οι εντόπιοι είχον αποκλειστικήν προσήλωσιν εις τα κτήματα, ούτοι, οι επήλυδες, ως πράττουσιν όλοι οι φύσει και θέσει Εβραίοι, έδωκαν όλην την σημασίαν και την προσοχήν των εις τα χρήματα. Ήνοιξαν εργαστήρια, μαγαζεία, κ’ εμπορεύοντο κ’ εχρηματίζοντο. Είτα ήλθεν η ώρα, όπως και τώρα και πάντοτε συμβαίνει, οι εντόπιοι έλαβον ανάγκην των χρημάτων, και τότε ήρχισαν να υποθηκεύουν τα κτήματα. Εωσότου παρήλθε μία γενεά, ή μία και ημισεία, και τα χρήματα επέστρεψαν εις τους δανειστάς συμπαραλαβόντα μεθ’ εαυτών και τα κτήματα.

Έως τότε δεν είχε συλλογισθή τοιαύτα πράγματα ο Φραγκούλης Φραγκούλας, ούτε τον έμελε ποτέ του περί χρημάτων. Αλλ’ επ’ εσχάτων είχε λάβει ανάγκην και δευτέρου και τρίτου δανείου, και οι δανεισταί προθύμως του έδιδαν, αλλ’ απήτουν να τους καθιστά υπέγγυα τα καλλίτερα κτήματα, εκ των οποίων έκαστον είχε κατ’ αυτόν εκτιμητήν, δεκαπλασίαν αξίαν του ποσού του δανειζομένου... Πλην φευ! αυτός δεν ήτο μόνος καϋμός του.


Ο Φραγκούλης Φραγκούλας δεν εφόρει πλέον το ωραίον του μαύρον φέσι, το τουνεζιάνικον· έφερεν οικιακόν μαύρον σκούφον επί της κεφαλής. Αλλ’ ευρίσκετο σήμερον εις την εξοχήν. Εάν τον συνηντώμεν την προτεραίαν εις την αγοράν, κάτω εις την πολίχνην, θα εβλέπομεν ότι είχε βάψει μαύρον το φέσι του... Είχε πρόσφατον πένθος.

-Α! Τώχασα το καϋμένο μ’, το ευάγωγο, τώχασα.

Ο γέρο-Φραγκούλης εστέναζε, και είχε δίκαιον να στενάζη. Το καλλίτερον κοράσιόν του, το τρίτον, το μικρότερον, δεκατετραετές μόλις την ηλικίαν –το οποίον είχε γεννηθή κατά τι διάλειμμα έρωτος, μεταξύ δύο χωρισμών- του είχεν αποθάνει προ ολίγων μηνών...

Και αυτός ήλθεν εις την Παναγίαν διά να κλαύση και να πη τον πόνο του. Ήτον κτήμα του ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Το εκκλησίδιον ήτο ευπρεπέστατον, ωραία στολισμένον, και είχε καλάς εικόνας –και μάλιστα την φερώνυμον, την γλυκείαν Παναγίαν την Πρέκλαν- σκαλιστόν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλαιον και μανουάλια ορειχάλκινα, κανδήλια αργυρά. Έφερε πάντοτε ο ιδιοκτήτης μαζί του την βαρείαν υπερμεγέθη κλείδα της δρύΐνης θύρας της στερεάς, και δεν έλειπε συχνά να επισκέπτεται την Παναγίαν. Την ημέραν εκείνην θα ετελείτο πανήγυρις εις τον ναΐσκον, τιμώμενον επ’ ονόματι της Κοιμήσεως. Θα ήρχοντο από τον τόπον πολλαί οικογένειαι και άτομα, δωδεκάδες τινές προσκυνητών και πανηγυριστών και ο Παππανικόλας ο συμπέθερός του. Εις τον Παππανικόλαν έδιδεν ο Φραγκούλης διά τον κόπον του εν τάλληρον, περιπλέον δε εισέπραττεν ο παππάς διά λογαριασμόν του τας δεκάρας, όσας έδιδον αι γυναίκες «διά να γράψουν τα ονόματα» ή τα «ψυχοχάρτια». Όλα τ’ άλλα, προσφοράς, αρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων κ.τ.λ. τα εισάπραττεν ο Φραγκούλης ως εισόδημα ιδικόν του...



Παναγία η Πρέκλα, Σκιάθος
Και τώρα τους επερίμενε να έλθουν πάλιν... και ανελογίζετο πώς άλλοτε, όταν ήτο νέος ακόμη, μετά τον πρώτον χωρισμόν από τη γυναίκα του, η πανήγυρις αύτη της Παναγίας της Κοιμήσεως έγινεν αφορμή διά να επέλθη συνδιαλλαγή μετά της γυναικός του. Κατόπιν της συνδιαλλαγής εκείνης εγεννήθη ο τρίτος υιός, και το Κουμπώ, το θυγάτριον το οποίον εθρήνει τώρα ο γερο-Φραγκούλης.

-Τώχασα, το καυμένο μου, το ευάγωγο, τώχασα!...

Ω, δεν ελυπείτο τώρα τόσον πολύ τον από της γυναικός του χωρισμόν –την οποίαν άλλως τε τρυφερώς ηγάπα-, όσον εθρήνει την σκληράν απώλειαν εκείνη της κορασίδος, την οποίαν εις τον άλλον κόσμον ήλπιζε μόνον να επανεύρη... Και κατενύσσετο πολύ η καρδία του και εθλίβετο... Και ανελογίσθη ότι το πάλαι εδώ οι χριστιανοί, όσοι ήσαν ως αυτός τεθλιμμένοι, εις τον ναΐσκον αυτόν της Παναγίας της Πρέκλας ήρχοντο τας ημέρας αυτάς, να εύρωσι διά της εγκρατείας και της προσευχής και του ιερού άσματος αναψυχήν και παραμυθίαν... Τον παλαιόν καιρόν, προ του εικοσιένα, όταν το σήμερον έρημον και κατηρειπωμένον χωρίον εκατοικείτο ακόμη, όλοι οι κάτοικοι, και των δύο ενοριών, ήρχοντο εις τον ναόν της Πρέκλας, όστις ήτο απλούν παρεκκλήσιον, ν’ ακούσωσι τας ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ’ όλον τον Δεκαπενταύγουστον...

Άφησεν εις την άκρην το τσιμπούκι, το οποίον είχε σβύσει ήδη ανεπαισθήτως, εν μέσω της αλλοφροσύνης των ρεμβασμών του καπνιστού, και ακουσίως ήρχισε να υποψάλλη.

Έλεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν Κανόνα και τον εις την Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων, όπου εις βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς, όσους υπέφερεν από τα στίφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει «νέφη».

Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους,ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το αθάνατον εκείνο:

«Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε

Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα,

Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα»,

...Και είτα προσέτι, παρεκάλει διά του άσματος την Παναγίαν, να είναι μεσίτρια προς τον Θεόν, «μη μου ελέγξη τας πράξεις ενώπιον των Αγγέλων...» Ω, αυτό είχε την δύναμιν και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι τον παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως...

Ο γέρο-Φραγκούλης επίστευε και έκλαιεν... Ω, ναι, ήτον άνθρωπος ασθενής· ηγάπα και ημάρτανε και μετενόει... Ηγάπα την θρησκείαν, ηγάπα την σύζυγον και τα τέκνα του, επόθει ακόμη τον συζυγικόν βίον, επόθει και τον βίον τον μοναχικόν. Τον καιρόν εκείνον είχε αγαπήσει εξ όλης καρδίας την Σινιωρίτσα του... και την ηγάπα ακόμη. Αλλ’ όσον τρυφερός ήτον εις τον έρωτα, τόσον ευεπίφορος εις το πείσμα, και τόσον γοργός εις την οργήν. Ω, ατέλειαι των ανθρώπων!

Τώρα εις τους τελευταίους χρόνους, είχε γνωρίσει ακόμη και την οικονομικήν στενοχωρίαν, το παράπονον της ξεπεσμένης αρχοντιάς, τας πιέσεις και τας απειλάς των τοκογλύφων. «Το διάφορο κεφάλι! το διάφορο κεφάλι! το διάφορο κεφάλι!» Επί τέσσαρας ενιαυτούς ήτον αφορία, αι ελαίαι δεν εκαρποφόρησαν· ο καρπός είχε προσβληθή από άγνωστον ασθένειαν, διά τας αμαρτίας των ιδιοκτητών. Είχαν κιτρινίσει και μαυρίσει αι ελαίαι, και ήσαν γεμάται από βούλες και είχαν πέσει άκαιρα. Τόσα «υποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βιος», αγύριστα κτήματα, σχεδόν τσιφλίκια, ηπειλούντο να περιέλθωσιν εις χείρας των τοκογλύφων. Εγέννα ή όχι η γη, εκαρποφόρουν ή όχι τα δένδρα, ο τόκος δεν έπαυε. Τα κεφάλαια «έτικτον». Έπαυσε να τίκτη η γόνιμος (όπως λέγει ο Άγιος Βασίλειος), αφού τα άγονα ήρχισαν κ’ εξηκολούθουν να τίκτουν...

Ανελογίζεταο αυτά, κ’ έκλαιεν η ψυχή του. Δεν ήλπιζε πλέον, ούτε ηύχετο σχεδόν, να ήρχετο η Σινιωρίτσα αύριον εις την πανήγυριν, όπως ήρχετο τακτικά κάθε χρόνον άλλοτε, όταν ήσαν «μονιασμένοι», -όπως είχεν έλθει και άπαξ, εις καιρόν οπού ευρίσκοντο χωρισμένοι προ δεκαπέντε ετών... Τώρα μόνον η ψυχή της Κούμπως, της αθώας μικράς παρθένου, είθε να παρίστατο αοράτως εις την πανήγυριν αγαλλομένη.

Ω! άλλοτε, προ δεκαπέντε ετών, πριν γεννηθή ακόμη η Κούμπω ναι, η Παναγία είχε δωρήσει το αβρόν εκείνο άνθος εις τον Φραγκούλην και την Σινιώραν, και η Παναγία πάλιν το είχε δρέψει και το είχεν αναλάβει πλησίον της. πριν μολυνθή εκ της επαφής των ματαίων του κόσμου. Τον καιρόν εκείνον, είχε συμβή ο πρώτος χωρισμός, το πρώτον πείσμα, το πρώτον κάκιωμα μεταξύ των συζύγων. και ο Φραγκούλης, θυμώδης, οξύχολος, δριμύς, είχεν αναβή όπως τώρα, από την πολίχνην την κατοικημένην εις το παλαιόν χωρίον το έρημον, του οποίου εσώζοντο τότε ακόμη ολίγισται οικίαι και δεν ήτο ερείπιον όλον, όπως σήμερον. Και καθώς τώρα, είχεν έλθει δύο ή τρεις ημέρας προ της εορτής εις το παρεκκλήσιον της Πρέκλας, εκάθητο δε εις τα πρόθυρα του ναΐσκου κι’ εκάπνιζε το μακρόν τσιμπούκι με το ηλέκτρινον επιστόμιον. Πλην τότε το φέσι του ήτο κατακόκκινον, και τώρα εφόρει μαύρον σκούφον... Και τότε ο Φραγκούλης ήτο σαράντα χρόνων και τώρα ήτο πενηνταπέντε. Τότε έτρεφε πείσμα και χολήν, αλλ’ είχε πολύ περισσότερον και βαθύτερον συζυγικόν έρωτα, και μόνον νύξιν ήθελεν· ήτον έτοιμος να συγχωρήση και ν’ αγαπήση... Αλλά τώρα δεν είχε πλέον ούτε πείσμα σχεδόν ούτε οργήν, ηγάπα την Σινιώραν, την επόνει, αλλ’ έκλαιε πολύ περισσότερον διά το θυγάτριόν του, το Κουμπώ. «Το καϋμένο το ευάγωγο!».

Εκείνην την φοράν, ο παππά-Νικόλας, άμα έφθασε την παραμονήν, ακολουθούμενος από πλήθος προσκυνητών διά την πανήγυριν, εστάθη πλησίον της θύρας του ναού, παρά την γωνίαν, και του είπε μυστηριωδώς:

-Θάχης μουσαφιρλίκια, θαρρώ.

-Τι τρέχει, παππά; ηρώτησε μειδιών ο Φραγκούλης, όστις εμάντευσε πάραυτα.

-Θα σου έλθει τ’ ασκέρι... Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρίς πείσματα.

Ο Παππάς, ασκέρι λέγων, εννοούσε προφανώς την οικογένειαν του Φραγκούλα· αλλά τάχα μόνον τα παιδία, τα δύο μεγαλείτερα εκ των τεσσάρων; -καθόσον τα άλλα δύο τα μικρά, δεν θα ηδύναντο να κουβαληθούν εις διάστημα τριών ωρών οδοιπορίας χωρίς την μητέρα των. Ο Φραγκούλης ηθέλησε να βεβαιωθή.

-Θάρθη μαζί κι’ η μάνα τους;

-Βέβαια... πιστεύω, είπεν ο παππάς.

Τω όντι, όταν εβράδυασε καλά και άρχισε να σκοτεινιάζη, η κυρά Σινιώρα ήλθε, μαζύ με την γραίαν μητέρα της και με τα τέσσερα παιδιά της, εν συνοδεία και άλλων προσκυνητριών, γειτονισσών ή συγγενών της. Από πολλών μηνών δεν είχεν ιδεί τον συζυγόν της, όστις είχε κατοικήσει χωριστά –εις ευτελές δωμάτιον, χάρις ταπεινώσεως, το οποίον ονόμαζε «το κελλί του», και έζη από μηνών ως καλόγηρος. Επλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ο Φραγκούλης ίστατο εκεί παραπέρα από την θύραν της εκκλησίας, κ’ έκαμνε πως έβλεπεν αλλού και πως επρόσεχεν είς τινα ομιλίαν περί αγροτικών υποθέσεων μεταξύ δύο ή τριών χωρικών.

Η Σινιώρα εισήλθεν εις τον Ναΐσκον, επροσκύνησεν, εκόλλησε κηρία και ησπάσθη τας εικόνας. Είτα μετά τινα ώραν εξήλθεν. Επλησίασε συνεσταλμένη κ’ εχαιρέτησε τον σύζυγόν της. Ούτος έτεινε προς αυτήν την χείρα και ησπάσθη φιλοστόργως τα τέκνα του.

Ήδη ενύκτωνε και εψάλη ο Μικρός Εσπερινός. Ακολούθως μετά το λιτόν σαρακοστιανόν, το οποίον έφαγον καθ’ ομάδας καθίσαντες οι διάφοροι προσκυνηταί εδώ κι’ εκεί επί των χόρτων και των ερειπίων, ο Φραγκούλης ητοίμασεν ιδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατά μίμησιν εκείνων τα οποία συνηθίζονται εις τα μοναστήρια, και φέρων τρεις γύρους περί τον ναόν, το έκρουσε μόνος του, πρώτον εις τροχαϊκόν ρυθμόν: «τον Αδάμ,Αδάμ,Αδάμ!» είτα εις ιαμβικόν: «το τάλαντον, το τάλαντον!»

Ευθύς τότε τα δύο παιδία του Φραγκούλα και πέντε ή εξ άλλοι μικροί μοσχομάγκαι ανερριχήθησαν επάνω εις την στέγην του ναού, άνωθεν της θύρας, και ήρχισαν να βαρούν τρελλά, αλύπητα, αχόρταστα, τον μικρόν μισορραγισμένον κώδωνα, τον κρεμάμενον από δύο διχαλών ξύλων, εκεί επάνω. Ύστερον από πολλάς φωνάς, μαλώματα και επιπλήξεις του Φραγκούλα, του μπάρμπα-Δημητρού, του ψάλτου και του Παναγιώτου της Αντωνίτσας (ενός καλού χωρικού, όστις δεν εκουράζετο να τρέχη εις όλα τα εξωκκλήσια και να κάμνη «κουμάντο», έως ου επί τέλους η Δημαρχία ηναγκάσθη να τον αναγνωρίση ως ισόβιον επίτροπον όλων των εξοχικών ναών), τα παιδία μόλις έπαυσαν οψέποτε να κρούουν τον κώδωνα, κ’ εξεκόλλησαν τέλος από την στέγην του ναΐσκου. Ο παππά-Νικόλας έβαλεν ευλογητόν, και ήρχισεν η Ακολουθία της Αγρυπνίας.



Ο Φραγκούλης ήτο τόσον ευδιάθετος εκείνην την εσπέραν, ώστε από του «Ελέησόν με ο Θεός», της αρχής του Αποδείπνου μέχρι του «Είη το όνομα», εις το τέλος της λειτουργίας, όπου η παννυχίς διήρκεσεν οκτώ ώρας άνευ διαλείμματος –όλα τα έψαλλε και τα απήγγειλε μόνος του, από του δεξιού χορού, μόλις επιτρέπων εις τον κυρ – Δημητρόν τον κάτοχον του αριστερού χορού να λέγει κι’ αυτός από κανένα τροπαράκι, διά να ξενυστάξη. Έψαλε το «Θεαρχίω νεύματι» και εις τους οκτώ ήχους μοναχός του, προφάσει ότι ο κυρ – Δημητρός, «δεν εύρισκεν εύκολα τον ήχον». Εις το τέλος του Εσπερινού, μοναχός του εδιάβασε το Συναξάρι, και, χωρίς να πάρη ανασασμόν, μοναχός του πάλιν άρχισε τον εξάψαλμον. Έψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Αναβαθμούς και Προκείμενα, είτα όλον το «Πεποικιλμένη» έως το «Συνέστειλε χορός», και όλον το «Ανοίξω το στόμα μου», έως το «Δέχου παρ’ ημών». Είτα έψαλε Αίνους, Δοξολογίαν, εδιάβασεν Ώρας και Μετάληψιν, προς χάριν όλων των ητοιμασμένων διά την θείαν Κοινωνίαν, και εις την λειτουργίαν πάλιν όλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, το Χερουβικόν, το «Αι γενεαί πάσαι», το Κοθινωνικόν κ.τ.λ.

Όλα αυτά τα ενθυμείτο ακόμη, ως να ήταν χθες, ο γερο-Φραγκούλας, και είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη έκτοτε. Ακόμη και μικρά τινα φαιδρά επεισόδια, τα οποία συνέβησαν εις την Λιτήν, μικρόν προ του μεσονυκτίου, κατά την έξοδον της ιεράς εικόνος εις την ύπαιθρον. Επειδή αι γυναίκες είχον κολλήσει πολλά και χονδρά; κηρία, τα πλείστα έργα αυτών των ιδίων χειρομάλακτα, τα δε κηρία συμπλεκόμενα εις δέσμας και περικοκλάδας από τον Παναγιώτην της Αντωνίτσας, τον πρόθυμον εις την υπηρεσίαν της ιεράς πανηγύρεως, είχον λαμπαδιάσει, εις μίαν στιγμήν ολίγον έλειψε να πάρη φωτιά το φελόνι του παππά, είτα και το γένειόν του. Τότε ο Παναγιώτης της Αντωνίτσας, μη ευρίσκων άλλο προχειρότερον μέσον, ήρπαζε τας ογκώδεις δέσμας των φλεγόντων κηρίων, τας έφερε κάτω εις το έδαφος κ’ επάτει δυνατά με τα τσαρούχια του, διά να τα σβύση. Αι γυναίκες δυσφορούσαι εγόγγυζον να μη πατή τα κηρία, γιατί είναι κρίμα.


Τότε εις των παρεστώτων υιός πλουσίου του τόπου, από εκείνους οίτινες είς το ύστερον κατέστησαν δανεισταί του Φραγκούλα –και όστις ελέγετο ότι εις τας εκλογάς εμελέτα να βάλη κάλπην ως υποψήφιος δήμαρχος-, ηκούσθη να λέγη

ότι πρέπει να μάθουν να κάμνουν «οικονομία, οικονομία στα κηρία!... η νύχτα μεγαλώνει... ισημερία τώρα κοντεύει... έχει νύκτα...»

Αλλ’ αι γυναίκες, ενώ είξευραν καλλίτερα από εκείνον όλας τας οικονομίας του κόσμου, δεν εννιούσαν τι θα πη «οικονομία στα κηρία» αφού άπαξ είναι αγορασμένα και πληρωμένα και είναι μελετημένα και ταμένα εξ άπαντος να καούν διά την χάριν της Παναγίας. Μία απ’αυτάς, γερόντισσα, ανεπόλησε κάτι τι δι’ εν θαύμα, το οποίον είχεν ακούσει από το συναξάρι του Αγίου Δημητρίου, όπου ο Άγιος, εις την Σαλονίκην, επέπληξεν αυστηρώς τον νεωκόρον, έχοντα την μανίαν να σβύνη μισοκαμμένα τα κηρία –και η γερόντισσα ήρχισε να το διηγήται χθαμαλή τη φωνή εις την πλησίον της: «Αδελφέ Ονήσιμε, άφες να καούν τα κηρία όσα προσφέρουν οι Χριστιανοί και μη αμαρτάνης...»

Την ίδίαν ώραν συνέβη και τούτο. Ενώ ο παππάς απήγγελε τας μακράς αιτήσεις της Λιτής, επισυνάπτων και τα ονόματα όλα ζωντανά και πεθαμένα, όσα του είχον υπαγορεύσει αφ’ εσπέρας αι ευλαβείς προσκυνήτριαι, ο Φραγκούλης έψαλλε μεγαλοφώνως το τριπλούν «Κύριε Ελέησον» με την χονδρήν φωνήν του, και με όλον το πάθος της ψαλτικής του. Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις εφαίνετο να είχε πειραχθή ολίγον, ίσως διότι ο Φραγκούλας εν τη ψαλτομανία του δεν επέτρεπε να πη κ’ εκείνος ένα τροπαράκι σωστό (διότι, άμα ήρχιζεν ο Δημητρός το δικό του, ο Φραγκούλας με την γερήν κεφαλικήν φωνήν του, εκθύμως συνέψαλλε, του ήρπαζε την πρωτοφωνίαν, και υπέτασσε κ’ εκάλυπτε την ασθενή και τερετίζουσαν φωνήν εκείνου) έλαβε το θάρρος να κάμη παρατήρησιν.

- Πειο σιγά, πειο ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα να λες το «Κύριε ελέησον», γιατί δεν ακούονται τα ονόματα, και θέλουν αι γυναίκες να τ’ ακούνε.

Είχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αι γυναίκες απήτουν να λέγωνται εκφώνως τα ονόματα, όσα είχαν ειπεί εις τον παππάν να γράψη. Εννοούσαν να τ’ ακούη κι’ ο Θεός, κι’ η Παναγία, κι όλος ο κόσμος. Η καθεμία ήθελε ν’ ακούση «τα δικά της τα ονόματα», και να τ’ αναγνωρίση, καθώς απηγγέλοντο αραδιαστά. Άλλως θα είχαν παράπονα κατα του παππά, κι’ ο παππάς αν ήθελε να φάη κι’ άλλοτε, εις το μέλλον, προσφορές, ώφειλε να τα έχη καλά με τις ενορίτισσαις.

Τότε η Αργυρή, η πρωτότοκος του Φραγκούλα, ούσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθώς έστεκε πλησίον εις τον πατέρα της, εψήλωσεν ολίγον διά να φθάση εις το ους του, και του λέγει κρυφά:

- Πατέρα, άφησε και τον μπαρμπα – Δημητρό να ψάλλη «Κύριε ελέησον!!»

Τούτο ήτο ως έμπνευσις και βοήθημα διά τον Φραγκούλην. Επειδή ούτος δεν ήθελε φανερά να υπακούση εις την σχεδόν αυθάδη παραίνεσιν του Δημητρού, και πάλιν δεν ήθελε να δείξη ότι εθύμωσεν, εστράφη προς τον καλόν γέροντα και του λέγη:

- Πε, Δημητρό, σαράντα φορές το «Κύριε ελέησον».

Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις αν και είχε γηράσει, δεν είχε μάθει ακόμη καλά τα τυπικά, και δεν είξευρεν ακριβώς πότε κατά την Λιτήν το Κύριε ελέησον λέγεται τρις και... πότε τεσσαρακοντάκις, ήρχισε πράγματι να το ψάλλη σαράντα φορές, ώστε ο παππάς εβιάσθη ν’ απαγγείλη ραγδαίως και αθρόα τα τελευταία ονόματα, και διά να είναι σύμφωνος με τον ψάλτην, ήρχισε προ της ώρας να λέγη: «... υπέρ του διαφυλαχθήναι, από λιμού, λοιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας» και τα εξής.

Τέλος μετά την λειτουργίαν ο παππάς, ο Φραγκούλας και η οικογένειά του και ολίγοι φίλοι εκάθισαν κ’ έφαγαν ομού και ηυφράνθησαν, και την εσπέραν ο Φραγκούλας επανήρχετο ειρηνικώς και με αγάπην, μετά της συζύγου και των τέκνων του υπό την οικιακήν στέγην.

Πριν παρέλθη έτος εγεννήθη η Κούμπω. Η κόρη αύτη, πλάσμα χαριτωμένον και συμπαθές, ανετρέφετο και ηλικιούτο, εγένετο το χάρμα και η παρηγορία του πατρός της. Δεν είχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, αλλά κάτι άλλο παράδοξον γνώρισμα, οιονεί χαρακτήρα φρονίμου γυναικός εις ηλικίαν παιδίσκης. Ύστερον, μετά χρόνους, όταν επήλθεν ο δεύτερος χωρισμός, η Κούμπω, οκταέτις τότε, έτρεχε πλησίον του πατρός της, εις το «κελλί του», όπου κατώκει εις την ανωφερή εσχατιάν της πολίχνης, και την εγέμιζε περιποιήσεις και τρυφερότητας.

Αυτή μόνον εδέχετο προθύμως τους πατρικούς χαλινούς, ενώ τα άλλα τέκνα δεν ήρχοντο ποτέ πλησίον του πατρός των, και διά τούτο εκείνος την ωνόμαζε «το ευάγωγο». Καθημερινώς έτρεχε να τον εύρη, και δεν έπαυε να τον παρακαλή.

- Έλα, πατέρα, στο σπίτι· μη μας αφήσης, λεγ’ η μητέρα, ζωνταρφανά.

Μίαν των ημερών έτρεξε δρομαία, φαιδρά, και πνευστιώσα του είπε:

- Τάμαθες, πατέρα; ... Θα παντρέψουμε τ’ Αργυρώ μας ... Έλα στο σπίτι, γιατί δεν είναι πρέπον, λέγει η μητέρα, να είσθε χωρισμένοι εσείς, που θα παντρευτή τ’ Αργυρώ μας ... για να μην κακιώση ο γαμπρος! ...

Τω όντι ο Φραγκούλας επείσθη κ’ εφιλιώθη με την σύζυγόν του. Ηρραβώνισαν

την Αργυρώ, είτα μετ’ ολίγους μήνας την εστεφάνωσαν ... Είτα πάλιν επήλθε τρίτος χωρισμός μεταξύ του παλαιού ανδρογύνου και μ’ ένα γεροντόπαιδον μαζί, το οποίον ήλθεν εις τον κόσμον σχεδόν συγχρόνως με τον γάμο της πρωτοτόκου.

Τότε η Κούμπω, ήτις είχε γίνει δεκατριών ετών, δεν έπαυε να τρέχη πλησίον του πατρός της, και να τον παρακινή ν’ αγαπήση με την μητέρα.

Μίαν ημέραν θλιβερά του είπεν:

- Δεν θα μπορώ πλέον νάρχωμαι, ούτε στο κελλί σου, πατέρα ... Είναι κάτι κακές γυναίκες εκεί στον μαχαλά στο δρόμο που περνώ, και τις άκουσα που λέγανε καθώς περνούσα: Να, το κορίτσι της Φραγκούλαινας, που την έχει απαρατήσει ο άνδρας της». Δεν το βαστώ πλέον, πατέρα.

Τω όντι, παρήλθον τρεις ημέραι, και η Κούμπω δεν εφάνη εις το κελλί του πατρός της. Την τετάρτην ημέραν ήλθε πολύ ωχρά και μαραμένη· εφαίνετο να πάσχη.

-Τι έχεις κορίτσι μου; της είπεν ο πατήρ της.

-Αν δεν έλθης, πατέρα, του απήντησεν αποτόμως αίφνης, με παράπονον και με πνιγμένα δάκρυα, να ξεύρης, θα πεθάνω απ’ τον καϋμό μου!

-Έρχομαι, κορίτσι μου, είπεν ο Φραγκούλης.



Τω όντι,, την άλλην ημέραν επήγεν εις την οικίαν. Αλλ’ η νεαρά κόρη έπεσε πράγματι ασθενής και είχεν δεινόν πυρετόν. Όταν ο πατέρας ήλθεν παρά την κλίνην της και της ανήγγειλεν ότι έκαμε αγάπην με την μητέρα της διά να χαρή, ήτο αργά πλέον. Η τρυφερή παιδίσκη εμαράνθη εξ αγνώστου νόσου, και ούτε φάρμακον ούτε νοσηλεία ίσχυσε να την ανακαλέση εις τον πρόσκαιρον κόσμον. Εκοιμήθη χωρίς αγωνίαν και πόνον, εξέπνευσεν ως πουλί, με τη λαλιάν εις το στόμα.

-Πατέρα! Πατέρα! στην Παναγία να κάμετε μια λειτουργία ... με την μητέρα μαζί!...

Είπε και απέθανε!

Ο Φραγκούλης έκλαυσεν απαρηγόρητα· έκλαυσεν αχόρταστα ομού με την σύζυγόν του ... Κατόπιν απεσύρθη, κ’ εξηκολούθησε να κλαίη μόνος του εις την ερημίαν ...

Ο τελευταίος ούτος χωρισμός ήτο μάλλον φιλικός και με την συναίνεσιν της Σινιώρας, ήτις έβλεπεν ότι ο γέρων σύζυγός της επεθύμει μάλλον να γείνη μοναχός. Ο Φραγκούλης ενθυμείτο μίαν τελευταίαν σύστασιν της Κούμπως: «με την μητέρα μαζί». Μόνον εν παροδικόν πείσμα του είχεν έλθει. Του εφάνη ότι αι ίδιαι αδελφαί της, η ύπανδρος, και η άλλη η δευτερότοκος, δεν την ελυπήθησαν όσον έπρεπε, δεν την επένθησαν, όσον της ήξιζε, την ατυχή μικράν, την Κούμπω. Έκτοτε εξηκολούθει να ζη ολομόναχος πάλιν, τώρα «επί γήρατος ουδώ». Και ενθυμείτο τον στίχον του Ψαλτηρίου: «Μη απώση με εις καιρόν γήρως ... και έως γήρως και πρεσβείου, μη εγκαταλίπης με».

Και την ημέραν αυτήν, την παραμονήν της Κοιμήσεως πάλιν, τον ευρίσκομεν να κάθηται εις το προαύλιον του ναΐσκου, και να καπνίζη μελαγχολικώς το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν... αναλογιζόμενος τόσα άλλα και τους οχληρούς δανειστάς του, οι οποίοι του είχαν πάρει εν τω μεταξύ το καλλίτερον κτήμα –ένα ολόκληρον βουνόν, ελαιώνα, άμπελον, αγρόν με οπωροφόρα δένδρα, με βρύσιν, με ρέμα, με νερόμυλον –και να εκχύνη τα παράπονά του εις θρηνώδεις μελωδίας προς την Παναγίαν.

«Εκύκλωσαν αι του βίου μου ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι, κηρίον, Παρθένε...»

Και επόθει ολοψύχως τον μοναχικόν βίον, ολίγον αργά, και επεκαλείτο μεγάλη τη φων ή τον «Γλυκασμόν των Αγγέλων, των θλιβομένων την χαράν», όπως έλθη εις αυτόν βοηθός και σώτειρα:

«Αντιλαβού μου και ρύσαι των αιωνίων βασάνων...»
Διαβάστε περισσότερα...