Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλόσοφοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλόσοφοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Νίτσε (Nietzsche), o φιλόσοφος πρόκληση


Ο Φρίντριχ Νίτσε γεννήθηκε το 1844 σε ένα ήσυχο χωριουδάκι στο ανατολικό τμήμα της Γερμανίας, όπου - γενιές ολόκληρες - οι πρόγονοί του ήταν βοσκοί. Τα πήγε εξαιρετικά καλά τόσο στο σχολείο όσο και στο πανεπιστήμιο και έτσι διακρίθηκε στα Αρχαία Ελληνικά (ένα πολύ διάσημο αντικείμενο, στα χρόνια του), τα οποία των ανέδειξαν καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας (Ελβετία), όταν ακόμα ήταν μόνο είκοσι ετών.

Ωστόσο στην επίσημη καριέρα του τα πράγματα δεν πήγαν και τόσο καλά. Αγανακτισμένος με τους συναδέλφους ακαδημαϊκούς, εγκατέλειψε τη δουλειά του και μετακόμισε στην Ελβετία και την Ιταλία, όπου έζησε σεμνά και συχνά μόνος. Η απόρριψη που έζησε από τις γυναίκες του προκάλεσε μεγάλη θλίψη («Η έλλειψη μου σε αυτοπεποίθηση είναι τεράστια»). Δεν τα πήγαινε καλά ούτε με την οικογένειά του («δεν μου αρέσει η μητέρα μου και μου είναι ακόμα πιο οδυνηρό να ακούω τη φωνή της αδελφής μου»). Σαν απάντηση στην απομόνωσή του, μεγάλωσε ένα τεράστιο μουστάκι και έκανε βόλτες στην εξοχή κάθε μέρα. Για πολλά χρόνια, τα βιβλία του δεν πωλούσαν σχεδόν καθόλου. Στα σαράντα τέσσερα του χρόνια, η ψυχική του υγεία κλονίστηκε εντελώς. Δεν συνήλθε ποτέ και πέθανε μετά από έντεκα χρόνια. 

Ο Νίτσε πίστευε ότι το κεντρικό καθήκον της φιλοσοφίας ήταν να μας διδάξει πώς να «γίνουμε αυτό που πραγματικά είμαστε», με άλλα λόγια, πώς να ανακαλύψουμε και να είμαστε πιστοί στις μεγάλες δυνατότητές μας. 

Για το σκοπό αυτό, ανέπτυξε τέσσερις χρήσιμους άξονες σκέψης:

1. Παραδέξου ότι φθονείς! 


Ο Νίτσε αναγνώρισε πως ο φθόνος αποτελεί ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής. Ωστόσο, διδασκόμαστε να αισθανόμαστε ντροπή για τα αισθήματα φθόνου που μας διακατέχουν. Αποτελούν ένδειξη κακίας. Γι 'αυτό και τα κρύβουμε από τον εαυτό μας και τους άλλους, τόσο πολύ, ώστε να υπάρχουν άνθρωποι που μερικές φορές θα πουν με κάθε ειλικρίνεια, ότι δεν φθονούν κανέναν.

Αυτό είναι λογικά αδύνατο, επέμεινε ο Νίτσε, ειδικά αν ζούμε στο σύγχρονο κόσμο (τον οποίο ορίζει  ως οποιαδήποτε στιγμή μετά τη Γαλλική Επανάσταση). Η μαζική καθιέρωση της δημοκρατίας μαζί με το τέλος της παλιάς φεουδαρχικής-αριστοκρατικής εποχής είχε, στα μάτια του Νίτσε, δημιουργήσει ένα τέλειο γόνιμο έδαφος για αισθήματα φθόνου, γιατί όλοι τώρα ενθαρρύνονται να αισθάνονται ότι είναι ίσοι με όλους τους άλλους. Στη φεουδαρχική εποχή, ποτέ ο δουλοπάροικος δε θα μπορούσε να αισθάνεται φθόνο για τον πρίγκιπα. Τώρα όμως ο καθένας συγκρίνει τον εαυτό με όλους τους άλλους με αποτέλεσμα να εκτίθεται σε ένα ασταθές μείγμα φιλοδοξίας και ανεπάρκειας.

Gustave Caillebotte, Paris Street; Rainy Day, 1877

Ωστόσο, δεν υπάρχει τίποτα κακό στο φθόνο, υποστήριζε ο φιλόσοφος. Αυτό που έχει σημασία είναι το πώς θα τον χειριστούμε. Μεγαλείο μπορεί να προέλθει από το να είμαστε σε θέση να διδασκόμαστε από τις κρίσεις φθόνου.  Ο Νίτσε αντιλαμβανόταν το φθόνο ως ένα συγκεχυμένο αλλά παράλληλα σημαντικό μήνυμα από το βαθύτερο εαυτό μας για το τί πραγματικά θέλουμε. Ό,τι μας προκαλεί φθόνο είναι ένα θραύσμα των πραγματικών μας δυνατοτήτων, το οποίο έχουμε αποκηρύξει και αυτό δυστυχώς λειτουργεί εις βάρος μας. Πρέπει να μάθουμε να μελετάμε το φθόνο μας προσεκτικά, κρατώντας ένα ημερολόγιο με τις στιγμές φθόνου, και στη συνέχεια μέσα από αυτά τα επεισόδια να βγάζουμε συμπεράσματα και να διαμορφώνουμε έναν καλύτερο εαυτό. 

Ο φθόνος που δεν παραδεχόμαστε καταλήγει σε, αυτό που ο Νίτσε ονομάζει, «θειούχες οσμές». Η πικρία είναι στην πραγματικότητα ασυνείδητος φθόνος. Ο Νίτσε δεν πίστευε πως πάντα καταλήγουμε να αποκτούμε αυτό που θέλουμε (η δική του ζωή άλλωστε του το είχε διδάξει αρκετά καλά αυτό). Ο ίδιος απλώς επέμεινε ότι θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τις πραγματικές μας δυνατότητες, παλεύοντας έναν ηρωικό αγώνα για να τις τιμήσουμε, και μόνο τότε μπορούμε να πενθήσουμε την αποτυχία με υπεύθυνη ειλικρίνεια και αξιοπρεπή τιμιότητα.

2. Να μην είναι Χριστιανός!


Ο Νίτσε είχε πει κάποια ακραία πράγματα για τον Χριστιανισμό: «Ονομάζω το Χριστιανισμό τη μια μεγάλη κατάρα, μία εγγενή αχρειότητα... Σε ολόκληρη την Καινή Διαθήκη, υπάρχει μόνο άτομο που αξίζει σεβασμό: ο Πιλάτος, ο Ρωμαίος κυβερνήτης.»

Αυτό μόνο αποτελεί ένα μικρό κωμικό παράδειγμα, στην πραγματικότητα ο στόχος του ήταν πιο έξυπνος και ενδιαφέρον: η δυσφορία του για τον Χριστιανισμό οφείλονταν στο ότι αποτρέπει τους ανθρώπους από το φθόνο τους.

Carl Bloch, The Sermon on the Mount, 1877

Σύμφωνα με την άποψη του Νίτσε ο Χριστιανισμός προέκυψε κατά την εποχή της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στο μυαλό δειλών σκλάβων, οι οποίοι δεν είχαν την ικανότητα να αρπάξουν αυτό που πραγματικά ήθελαν (ή αποδέχθηκαν το ότι είχαν αποτύχει να το αρπάξουν), και έτσι προσκολλήθηκαν σε μια φιλοσοφία που ονόμασε τη δειλία τους αρετή. Οι Χριστιανοί ήθελαν πολύ να απολαύσουν τα πραγματικά συστατικά της ικανοποίησης (θέση στον κόσμο, έρωτα, πνευματική γνώση,  δημιουργικότητα), αλλά ήταν πάρα πολύ ανίκανοι για να τα αποκτήσουν. Ως εκ τούτου, διαμόρφωσαν μια υποκριτική θρησκεία καταγγέλλοντας αυτό που στην πραγματικότητα ήθελαν, αλλά ήταν πολύ αδύναμοι να παλέψουν γι' αυτό - επαινώντας παράλληλα ό,τι δεν ήθελαν, αλλά έτυχε να έχουν. Έτσι, στο χριστιανικό αξιακό σύστημα, η αγαμία έχει μετατραπεί σε «αγνότητα», η αδυναμία έγινε «καλοσύνη», η υποταγή στους ανθρώπους μία μισητή «υπακοή» και, σύμφωνα με τη φράση του Νίτσε, «η ανικανότητα για εκδίκηση» μετατράπηκε σε «συγχώρεση»

Ο Χριστιανισμός αποτέλεσε μια τεράστια δικαιολογία για αδράνεια και έναν μηχανισμό αποστράγγισης της ζωής από το δυναμισμό της.

3. Ποτέ μην πίνεις αλκοόλ! 


Ο ίδιος ο Νίτσε έπινε μόνο νερό - και ως ειδική θεραπεία, γάλα. Άποψη του ήταν πως πρέπει και εμείς να κάνουμε το ίδιο. Δεν πρόκειται για μια μικρή, εκκεντρική διατροφική συμβουλή. Η ιδέα οδηγεί στην καρδιά της φιλοσοφίας του, όπως αυτή συμπυκνώνεται στη φράση του: «Υπήρξαν δύο μεγάλα ναρκωτικά στον ευρωπαϊκό πολιτισμό: Ο Χριστιανισμός και το αλκοόλ!»

Eduoard Manet, A Bar at the Folies-Bergère, 1882

Μισούσε το αλκοόλ για τους ίδιους ακριβώς λόγους που περιφρονούσε τον Χριστιανισμό: γιατί και τα δυο μουδιάζουν τον πόνο, και τα δύο μας διαβεβαιώνουν ότι τα πράγματα είναι εντάξει έτσι όπως είναι, αποτρέποντάς μας από τη θέληση να αλλάξουμε τη ζωή μας προς το καλύτερο. Λίγα ποτά οδηγούν σε μια παροδική αίσθηση ικανοποίησης που μπορεί να γίνει θανάσιμη παγίδα στο να λάβουμε τα αναγκαία μέτρα που θα βελτιώσουν τη ζωή μας. Δεν είναι ότι ο Νίτσε θαύμαζε την ταλαιπωρία ως αυτοσκοπό. Αλλά αναγνώρισε την καίριας σημασίας αλήθεια ότι η ανάπτυξη και η ολοκλήρωση έχουν οπωσδήποτε και οδυνηρές πτυχές: «Τί θα συμβεί αν ευχαρίστηση και τη δυσαρέσκεια ήταν τόσο δεμένα μεταξύ τους, ώστε όποιος ήθελε να έχει όσο το δυνατόν περισσότερο από το ένα πρέπει επίσης να έχει όσο το δυνατόν περισσότερο και από το άλλο. Έχετε μια επιλογή στη ζωή: Είτε όσο το δυνατόν λιγότερη δυσαρέσκεια, ανώδυνη ζωή ας την ονομάσουμε εν συντομία ή όσο το δυνατόν περισσότερη δυσαρέσκειά ως αντίτιμο μιας ζωής γεμάτη αφθονία, απολαύσεις και χαρές».

Η σκέψη του Νίτσε επανακαθορίζει την έννοια του πόνου. Αν βρίσκουμε δύσκολα τα πράγματα, αυτό δεν είναι απαραιτήτως ένα σημάδι αποτυχίας, μπορεί απλώς να αποτελεί ένδειξη για την ευγένεια και την δυσκολία των καθηκόντων που έχουμε αναλάβει.

4. «ο Θεός είναι νεκρός» 


Ο δραματικός αυτός ισχυρισμός του Νίτσε σχετικά με το τέλος του Θεού δεν είναι, όπως είναι συχνά θεωρείται, κάποιου είδους εορταστική δήλωση. Παρά τις επιφυλάξεις του σχετικά με το Χριστιανισμό, ο Νίτσε δεν πίστευε ότι το τέλος της πίστης αποτελούσε γεγονός για εορτασμό

Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις ήταν ψευδείς, ήταν σίγουρος γι αυτό, αλλά παρατήρησε πως σε κάποιες πτυχές είναι πολύ ευεργετικές για την καλή λειτουργία της κοινωνίας. Η εγκατάλειψη της θρησκείας θα σήμαινε ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να αφεθούν να βρουν νέους τρόπους για να εφοδιάσουν τον εαυτό τους με καθοδήγηση, παρηγοριά, ηθικές αξίες και πνευματική φιλοδοξία. Αυτό προέβλεψε θα ήταν δύσκολο.

Caspar David Friedrich, Wanderer above the Sea of Fog, 1818

Ο Νίτσε πρότεινε πως το κενό που άφησε η θρησκεία θα πρέπει ιδανικά να αναπληρωθεί από τον Πολιτισμό (φιλοσοφία, τέχνη, μουσική, λογοτεχνία): Ο πολιτισμός πρέπει να αντικαταστήσει την Αγία Γραφή.

Ωστόσο, ο Νίτσε ήταν βαθιά καχύποπτος για τον τρόπο που γινόταν ο χειρισμός του πολιτισμού στην εποχή του. Πίστευε ότι τα πανεπιστήμια σκοτώνουν τις ανθρωπιστικές επιστήμες, μετατρέποντάς τες σε ξερές ακαδημαϊκές ασκήσεις, αντί να τις χρησιμοποιούν για αυτό που πάντα προοριζόταν να είναι: οδηγοί για τη ζωή. Θαύμαζε ιδιαίτερα τον τρόπο που οι Έλληνες είχαν χρησιμοποιήσει την τραγωδία με έναν πρακτικό, θεραπευτικό τρόπο, ως μια ευκαιρία για κάθαρση και ηθική εκπαίδευση - και ευχόταν η εποχή του να γινόταν ανάλογα μεγαλόπνοη.

Κατηγορούσε το πανεπιστήμιο και τον μουσειακού τύπου πολιτισμό που λειτουργούν ως ησυχαστήριο και απομακρύνονται από τον κυρίαρχο στόχο τους που είναι η καθοδήγηση της ζωής και η ηθικοπλαστική δυνατότητα του πολιτισμού, ακριβώς τη στιγμή που ο Θάνατος του Θεού έχει κάνει αυτές τις λειτουργίες ακόμα πιο απαραίτητες.


Edvard Munch, Friedrich Nietzsche, 1906

Κάλεσε σε μια αναγέννηση, στην οποία οι άνθρωποι -που μόλις έχουν συνειδητοποιήσει την κρίση που προήλθε από το τέλος της πίστης - θα καλύψουν τα κενά που δημιουργούνται από την εξαφάνιση της θρησκείας με τη σοφία και τη θεραπευτική ομορφιά  Πολιτισμού.

Συμπέρασμα 


Για τον Νίτσε κάθε εποχή αντιμετωπίζει ιδιαίτερες ψυχολογικές προκλήσεις και είναι καθήκον του φιλοσόφου να βοηθήσει τόσο στον εντοπισμό των προκλήσεων αυτών όσο και στην αντιμετώπισή τους. 

Για τον Νίτσε, ο 19ος αιώνας, κύλισε κάτω από την επίδραση δύο εξελίξεων: της μαζικής δημοκρατίας και της αθεΐας. Η πρώτη απείλησε να εξαπολύσει χείμαρρους από αχώνευτο φθόνο και δηλητηριώδη δυσαρέσκεια, η δεύτερη να αφήσει τους ανθρώπους χωρίς καθοδήγηση ή χρηστά ήθη. 

Σε σχέση με τις δύο προκλήσεις, ο Νίτσε πρότεινε κάποιες συναρπαστικές λύσεις -από τις οποίες και η δική μας εποχή έχει κάποια ιδιαίτερα πρακτικά πράγματα να μάθει, όπως ο ίδιος πολύ θα επιθυμούσε.

Το κείμενο αποτελεί μετάφραση του άρθρου που υπάρχει στο site: The book of life.

Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Alain De Botton, Ένας σύγχρονος φιλόσοφος



Ένας σύγχρονος φιλόσοφος με αξιόλογη συγγραφική πορεία είναι ο Alain De Botton. Πολλά βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη.

Λίγα πράγματα για τη ζωή του

Ο Αλέν ντε Μποτόν γεννήθηκε στη Ζυρίχη. Είναι ο γιος της Ζακλίν (το γένος Μπουργκό) και του Γκίλμπερτ ντε Μποτόν, ο οποίος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και εξορίστηκε μαζί με την υπόλοιπη εβραϊκή κοινότητα από τον Νάσερ. Ο Γκίλμπερτ πήγε να ζήσει και να εργαστεί στην Ελβετία όπου ίδρυσε μια επενδυτική εταιρεία, την Global Asset Management, η αξία της οποίας υπολογιζόταν το 1999 στα 234 εκατομμύρια δολάρια.

Η μητέρα του, που γεννήθηκε στην Ελβετία, ήταν Εβραία Ασκενάζι, και ο πατέρας του καταγόταν από μια εβραϊκή οικογένεια σεφαραδιτών από την πόλη Μποτόν της Καστίλλης και Λεόν της Ισπανίας. Στους προγόνους του Μποτόν ανήκει ο ραβίνος Αβραάμ ντε Μποτόν, επικεφαλής της ακαδημίας ταλμουδιστών της Θεσσαλονίκης. Η γιαγιά του Μποτόν από την πλευρά του πατέρα του ήταν η Γιολέιντ Χάρμερ, αξιωματικός των υπηρεσιών πληροφοριών του Ισραήλ. Έχει μια αδερφή, τη Μιέλ, και οι δυο τους έλαβαν κοσμική ανατροφή. Ο Αλέν πέρασε τα πρώτα δώδεκα χρόνια της ζωής του στην Ελβετία, όπου μεγάλωσε μιλώντας Γαλλικά και Γερμανικά.

Τον έστειλαν στο Dragon School, οικοτροφείο της Οξφόρδης, όπου τα αγγλικά έγιναν η πρώτη του γλώσσα. Ο ίδιος περιγράφει τον εαυτό του ως ένα ντροπαλό παιδί. Στη συνέχεια πήγε εσωτερικός στο Harrow School, άλλο φημισμένο σχολείο του Λονδίνου, πριν προχωρήσει στο κολέγιο Gonville και Caius, ένα από τα μεγαλύτερα και παλαιότερα κολέγια του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, όπου σπούδασε Ιστορία (1988-1991) και αποφοίτησε με διάκριση double starred first. Ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό του στο King's College του Λονδίνου (1991-1992). Ξεκίνησε το διδακτορικό του στη Γαλλική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ αλλά εγκατέλειψε την έρευνα για να γράψει βιβλία για το ευρύ κοινό.


Τα βιβλία και οι τηλεοπτικές εκπομπές του πραγματεύονται σύγχρονα θέματα τονίζοντας τη σχέση της φιλοσοφίας με την καθημερινότητα. Σε ηλικία 23 ετών, εξέδωσε τη Μικρή φιλοσοφία του έρωτα (Εκδόσεις Πατάκη 2003), η οποία πούλησε δύο εκατομμύρια αντίτυπα. Άλλα ευπώλητα βιβλία του είναι Πώς ο Προυστ μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου (Εκδόσεις Πατάκη 2006), Περί του κοινωνικού status (Εκδόσεις Πατάκη 2005), και Η αρχιτεκτονική της ευτυχίας (Εκδόσεις Πατάκη 2007), Η τέχνη του ταξιδιού (Πατάκης 2006 ) Θρησκεία για άθεους (Πατάκης 2011) κ.α.

Τον Αύγουστο του 2008, ίδρυσε μαζί με άλλους ένα νέο εκπαιδευτικό κέντρο στο κεντρικό Λονδίνο το Σχολείο της Ζωής (The school of Life, www.theschooloflife.com).

Ο Μποτόν έχει χαρακτηρίσει τη σχέση του με τον πατέρα του δύσκολη: "Όταν πούλησα το πρώτο μου best seller -κι ένα εκατομμύριο δολάρια για τον πατέρα μου ήταν ψίχουλα- δεν εντυπωσιάστηκε καθόλου και αναρωτήθηκε τι θα κάνω στη ζωή μου". Όταν πέθανε ο πατέρας του, η οικογένειά του κληρονόμησε ένα μεγάλο καταπίστευμα αν και ο Μποτόν ισχυρίζεται ότι τα εισοδήματά του προέρχονται αποκλειστικά από δικές του δραστηριότητες (πωλήσεις βιβλίων, ομιλίες, παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε επιχειρήσεις, Το σχολείο της ζωής).

Ο ίδιος έχει δηλώσει: "Θεωρώ ότι αν είχα μια πιο προνομιακή συναισθηματικά παιδική ηλικία δεν θα είχα γίνει συγγραφέας. Το γράψιμο για εμένα είναι ένα είδος αυτοθεραπείας, είναι ένας τρόπος να βρίσκω ισορροπία και αρμονία. Η ελπίδα μου -τώρα που είμαι και εγώ πατέρας- είναι να μεγαλώσω παιδιά που δεν χρειάζεται να σκέφτονται, να διαβάζουν και να γράφουν τόσο πολύ όσο εγώ. Πιστεύω ότι η σφαίρα της διανόησης είναι μια μορφή καταφυγίου που μαρτυράει συχνά μια συναισθηματική ανισορροπία. Αν ήμουν πιο ελεύθερος στο μυαλό, μπορεί να είχα γίνει αρχιτέκτονας. Είναι το μόνο επάγγελμα που λυπάμαι που δεν έκανα. Η γραφή με βοηθά να ηρεμώ.

Μερικές από τις πιο διάσημες δηλώσεις του:
  • Τα βιβλιοπωλεία είναι ο πιο πολύτιμος προορισμός των μοναχικών ανθρώπων, δεδομένου του μεγάλου αριθμού βιβλίων που έχουν γραφτεί από συγγραφείς που δεν έβρισκαν κανέναν για να μιλήσουν.
  • Το ταξίδι, όπως και η αγάπη, εκφράζει μια απόπειρα να μετατρέψουμε το όνειρο σε πραγματικότητα.
  • Αυτό που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον όσον αφορά το γάμο είναι ότι όλοι θέλουν να παντρευτούν.
  • Πιστεύω ακράδαντα πως δεν είναι μόνο αυτό που λες που μετράει αλλά επίσης πώς το λες. Η επιτυχία του επιχειρήματος σου εξαρτάται απόλυτα από τον τρόπο που το παρουσιάζεις.
  • Είναι πιθανό να επιδιώκει να κάνει κανείς περιουσία για όχι πιο σοβαρό λόγο από την επιθυμία να εξασφαλίσει το σεβασμό και την προσοχή ανθρώπων που διαφορετικά δεν θα τον πρόσεχαν καθόλου.
  • Ο Καντ και ο Χέγκελ ήταν ενδιαφέροντες φιλόσοφοι. Όμως είμαι στην ευχάριστη θέση να ισχυριστώ ότι ήταν επίσης φρικτοί συγγραφείς.


Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Ο κόσμος των Μύθων





Απόσπασμα από το βιβλίο του Jostein Gaarder, 
Ο Κόσμος της Σοφίας 
εκδ. Λιβάνη 1994

ΟΙ ΜΥΘΟΙ
... μια προσωρινή ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό...

Γεια σου, Σοφία!
Έχουμε πολλή δουλειά, γι' αυτό καλύτερα ας αρχίσουμε χωρίς καθυστέρηση.

Όταν λέμε φιλοσοφία, εννοούμε ένα νέο τρόπο σκέψης, που γεννήθηκε γύρω στα 600 προ Χριστού στην Ελλάδα. Ως τότε, μόνο οι θρησκείες ήταν αρμόδιες για ν' απαντήσουν σ' όλα αυτά τα ερωτήματα. Οι θρησκευτικές αυτές εξηγήσεις περνούσαν από γενιά σε γενιά μέσα στους μύθους.

Ο μύθος διηγείται πράξεις κι ιστορίες των θεών και προσπαθεί να εξηγήσει γιατί η ζωή είναι έτσι όπως είναι.

Στη διάρκεια των χιλιετιών, άνθισε σ' ολόκληρο τον κόσμο μια εκπληκτική ποικιλία μυθικών απαντήσεων στα φιλοσοφικά ερωτήματα. Οι Έλληνες φιλόσοφοι προσπάθησαν ν' αποδείξουν ότι οι μύθοι αυτοί δεν αποτελούσαν στερεή βάση για την ανθρώπινη σκέψη.

Για να καταλάβουμε τη σκέψη των πρώτων φιλοσόφων, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τι σημαίνει να βλέπει κανείς τον κόσμο με τα μάτια του μύθου. Θα πάρουμε ως παράδειγμα μερικές μυθικές κοσμοθεωρίες από τη Βόρεια Ευρώπη. Δεν είναι ανάγκη να πάμε μακριά.

Θα 'χεις σίγουρα ακουστά για τον Θορ με το σφυρί του. Πριν φτάσει ο χριστιανισμός στη Νορβηγία, οι άνθρωποι εδώ στο Βορρά πίστευαν ότι ο Θορ ταξίδευε στον ουρανό μέσα σ' ένα άρμα που το 'σερναν δυο τράγοι. Όταν χτυπούσε το σφυρί του, έπεφταν αστραπές και κεραυνοί. Η ίδια η λέξη «κεραυνός» στη γλώσσα μας σήμαινε παλαιότερα «βουή του Θορ». Στα σουηδικά, ο κεραυνός λέγεται «aska - as-aka», που σημαίνει: το ταξίδι των θεών στον ουρανό.

Όταν αστράφτει και βροντά, τότε βρέχει. Η βροχή ήταν πολύ σημαντική για τους Βίκινγκς εκείνης της εποχής. Ήταν επόμενο, λοιπόν, να τιμούν και να λατρεύουν τον Θορ ως θεό της γονιμότητας.

Επομένως, η μυθική απάντηση στο ερώτημα: «Γιατί βρέχει», ήταν: Επειδή ο Θορ σήκωσε το σφυρί του και χτύπησε. Κι όταν έβρεχε, φύτρωνε και ψήλωνε το στάρι στα χωράφια.

Στην ουσία, ήταν ανεξήγητο το γεγονός ότι τα φυτά μεγάλωναν στα χωράφια κι έδιναν καρπούς. Οι αγρότες, ωστόσο, καταλάβαιναν πως υπήρχε κάποια σχέση ανάμεσα σ' αυτό το γεγονός και τη βροχή.

Από την άλλη, όλοι πίστευαν ότι η βροχή είχε σχέση με τον Θορ. Χάρη σ' αυτή του την ιδιότητα, ο Θορ έγινε ένας από τους πιο σημαντικούς θεούς στη Βόρεια Ευρώπη.

Ο Θορ ήταν σπουδαίος και για έναν ακόμα λόγο, που είχε να κάνει με τη συνολική τάξη του κόσμου.

Οι Βίκινγκς φαντάζονταν τον κατοικημένο κόσμο σαν ένα νησί, που ήταν διαρκώς εκτεθειμένο σε διάφορους κινδύνους. Αυτό το μέρος του κόσμου το ονόμαζαν Μιντγκάρντ, που σημαίνει: το Βασίλειο που Βρίσκεται στη Μέση. Στο Μιντγκάρντ βρισκόταν επίσης και το Οσγκάρντ, η κατοικία των θεών. Δίπλα στο Μιντγκάρντ, βρισκόταν το Οντγκάρντ, το Βασίλειο που Βρίσκεται Απέξω. Εκεί κατοικούσαν οι επικίνδυνοι Γίγαντες, που διαρκώς σκαρφίζονταν τρόπους για να καταστρέψουν τον κόσμο. Τα τέρατα αυτά τα ονόμαζαν επίσης «δυνάμεις του Χάους». Στις θρησκείες του Βορρά, καθώς και στους περισσότερους από τους υπόλοιπους πολιτισμούς της γης, οι άνθρωποι είχαν την αίσθηση πως ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό βασίλευε μια προσωρινή και εύθραυστη ισορροπία δυνάμεων.

Οι Γίγαντες μπορούσαν να καταστρέψουν το Μιντγκάρντ κλέβοντας τη θεά της γονιμότητας Φρέγια. Αν τα κατάφερναν, τότε τίποτα δε θα φύτρωνε πια στα χωράφια, κι οι γυναίκες δε θα γεννούσαν πια παιδιά. Γι' αυτό και ήταν εξαιρετικά σημαντικό για τους ανθρώπους το να μπορέσουν οι καλοί θεοί να νικήσουν τους Γίγαντες.

Και στην υπόθεση αυτή, σπουδαίο ρόλο έπαιζε ο Θορ: το σφυρί του δεν έφερνε μονάχα τη βροχή, ήταν κι ένα δυνατό όπλο στον αγώνα εναντίον των επικίνδυνων δυνάμεων του Χάους. Το σφυρί του τον έκανε ανίκητο. Μπορούσε να σημαδέψει μ' αυτό τους Γίγαντες και να τους σκοτώσει. Και δε φοβόταν μήπως το χάσει, γιατί το σφυρί ήταν ένα είδος μπούμερανγκ, που ξαναγύριζε μονάχο του στα χέρια του.

Αυτή ήταν η μυθική απάντηση στο ερώτημα: Γιατί λειτουργεί η φύση και γιατί το Καλό αγωνίζεται πάντα ενάντια στο Κακό;

Το ζήτημα, όμως, δεν ήταν μονάχα οι απαντήσεις.

Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να κάθονται με σταυρωμένα χέρια και να περιμένουν, ώσπου να 'ρθει η βοήθεια των θεών. Κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, ιδίως σε περιόδους επιδημιών ή ξηρασίας. Οι άνθρωποι έπρεπε ν' αγωνιστούν και οι ίδιοι ενάντια στο Κακό. Κι αυτό το έκαναν με διάφορες θρησκευτικές τελετές ή ιεροτελεστίες.

Η σημαντικότερη θρησκευτική τελετή του αρχαίου Βορρά ήταν η θυσία. Με τις θυσίες του, ο άνθρωπος υποστήριζε τον τιμώμενο θεό, τον βοηθούσε ν' αυξήσει τη δύναμη του. Οι άνθρωποι έπρεπε, λοιπόν, να θυσιάζουν στους θεούς, για να τους δώσουν δύναμη στον αγώνα τους εναντίον του Κακού. Για να το πετύχουν αυτό, θυσίαζαν ζώα προς τιμήν των θεών. Στον Θορ θυσίαζαν, τις περισσότερες φορές, τράγους. Στον Οντίν, ωστόσο, θυσίαζαν και ανθρώπους.

Ο πιο γνωστός μύθος της Νορβηγίας είναι ο Μύθος του Τριμ. Ο Θορ κοιμόταν, κι όταν ξύπνησε, διαπίστωσε πως είχε χάσει το σφυρί του. Θύμωσε τόσο πολύ, που τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν, το ίδιο κι η γενειάδα του. Μαζί με τον ακόλουθο του, τον Λούκε, πήγε αμέσως στη Φρέγια και ζήτησε να δανειστεί τα φτερά της, για να στείλει τον Λούκε στο Γιοτουνχάιμεν, να δει μήπως οι Γίγαντες είχαν κλέψει το σφυρί. Έτσι κι έγινε. Ο Λούκε συνάντησε το βασιλιά των Γιγάντων, τον Τριμ, που παραδέχτηκε την κλοπή και είπε ότι είχε θάψει το σφυρί οχτώ μίλια κάτω από τη γη. Κανείς δε θα μπορούσε να το βγάλει, παρά μονάχα ο ίδιος. Αν ήθελαν πίσω το σφυρί τους, ένας τρόπος υπήρχε: να του δώσουν γυναίκα του τη Φρέγια.

Με διαβάζεις ακόμα, Σοφία; Οι καλοί θεοί έρχονται ξάφνου αντιμέτωποι μ' ένα άνευ προηγουμένου δράμα ομήρων κι εκβιασμού. Οι Γίγαντες έχουν στα χέρια τους το πιο σπουδαίο όπλο των θεών κι αυτή είναι απλούστατα μια αδιανόητη κατάσταση. Όσο οι Γίγαντες κρατούν το σφυρί του Θορ, έχουν απόλυτη εξουσία στον κόσμο των θεών και των ανθρώπων. Και για να δώσουν πίσω το σφυρί, ζητούν τη Φρέγια. Αλλά αυτή η ανταλλαγή είναι εξίσου αδιανόητη: αν οι θεοί δώσουν τη θεά της γονιμότητας -που προστατεύει τη ζωή-, τότε θα μαραθεί το χόρτο στους αγρούς, θεοί κι άνθρωποι θα πεθάνουν. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, λοιπόν. Προσπάθησε να φανταστείς μια ομάδα τρομοκρατών, που απειλεί να πυροδοτήσει μια ατομική βόμβα στο κέντρο του Παρισιού ή του Λονδίνου, αν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματα της. Τότε θα καταλάβεις τι ακριβώς εννοώ.

Ο μύθος συνεχίζει και διηγείται την επιστροφή του Λούκε στο Οσγκάρντ. Εκεί συμβουλεύει τη Φρέγια να ντυθεί και να στολιστεί νύφη, γιατί πρέπει να παντρευτεί το βασιλιά των Γιγάντων (δυστυχώς, δυστυχώς!). Η Φρέγια θυμώνει: όλος ο κόσμος θα σκεφτεί πως κάνει σαν τρελή για τους άντρες, αν πάει και παντρευτεί ένα Γίγαντα.

Και τότε, ο θεός Χέιμνταλ συλλαμβάνει μια καταπληκτική ιδέα. Προτείνει να ντύσουν νύφη όχι τη Φρέγια αλλά τον ίδιο τον Θορ. Μπορούν να του σηκώσουν ψηλά τα μαλλιά, να του στερεώσουν πέτρες στο στήθος, να τον κάνουν να μοιάζει με γυναίκα. Ο Θορ, φυσικά, δεν ενθουσιάζεται μ' αυτή την πρόταση. Με τα πολλά, όμως, καταλαβαίνει ότι μόνο έτσι θα μπορέσουν οι θεοί να πάρουν πίσω το σφυρί. Τελικά, ο Θορ ντύνεται νύφη, κι ο Λούκε τον συνοδεύει ως παράνυφος. «Πάμε, λοιπόν, εμείς οι δυο γυναίκες στους Γίγαντες», τραγουδάει ο Λοΰκε ξεκινώντας.

Αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε πιο μοντέρνες εκφράσεις, τότε μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τον Θορ και τον Λούκε ως «κομάντος αντιτρομοκρατικής δράσης» των θεών. Ντυμένοι γυναίκες, θέλουν να τρυπώσουν στο κάστρο των Γιγάντων και να πάρουν στα χέρια τους το σφυρί του Θορ.

Φτάνουν, λοιπόν, στο Γιοτουνχάιμεν, και οι Γίγαντες ετοιμάζονται αμέσως για τη γιορτή του γάμου. Στο νυφικό τραπέζι, όμως, η νύφη -δηλαδή ο Θορ- τρώει ένα ολόκληρο βόδι κι οχτώ σολομούς. Από πάνω, πίνει και τρία βαρελάκια μπίρα. Ο Τριμ αρχίζει ν' απορεί. Παρά τρίχα να τους καταλάβουν, και να πάει στράφι όλη η αντιτρομοκρατική επιχείρηση. Την κατάσταση τη σώζει ο Λούκε, που εξηγεί στους Γίγαντες ότι η Φρέγια έχει να φάει οχτώ μέρες κι οχτώ νύχτες, από τη χαρά της που θα ερχόταν στο Γιοτουνχάιμεν.

Ο Τριμ σηκώνει το πέπλο, για να φιλήσει τη νύφη, τρομάζει όμως και πισωπατεί, όταν συναντά το σκληρό βλέμμα του Θορ. Και πάλι ο Λούκε μπαίνει στη μέση και σώζει την κατάσταση: εξηγεί ότι η νύφη έχει να κοιμηθεί οχτώ μέρες κι οχτώ νύχτες από τη χαρά της για το γάμο. Τότε, ο Τριμ προστάζει να φέρουν το σφυρί και να τ' ακουμπήσουν στην ποδιά της νύφης κατά τη διάρκεια της γαμήλιας τελετής.

Μόλις το σφυρί ακούμπησε στα γόνατα του Θορ, αυτός γέλασε με την καρδιά του. Έτσι λέει ο μύθος. Πρώτο απ' όλους σκότωσε τον Τριμ κι ύστερα όλους τους Γίγαντες του Γιοτουνχάιμεν. Κι έτσι είχε καλό τέλος αυτό το δράμα απαγωγής κι εκβιασμού. Και για μια φορά ακόμα, ο Θορ -δηλαδή ο Μπάτμαν ή ο Τζέιμς Μποντ των θεών-είχε νικήσει τις δυνάμεις του Κακού.

Αυτά λέει ο μύθος, Σοφία. Αλλά στην πραγματικότητα, τι εννοεί; Σίγουρα δε φτιάχτηκε μόνο για πλάκα. Ακόμα κι αυτός ο μύθος κάτι θέλει να εξηγήσει. Ίσως την ξηρασία.


Όταν έλειπε η βροχή, και η ξηρασία αφάνιζε τα σπαρτά, οι άνθρωποι χρειάζονταν μια εξήγηση. Μήπως έφταιγαν οι Γίγαντες, που είχαν αρπάξει πάλι το σφυρί των θεών;

Ίσως, πάλι, ο μύθος αυτός να εξηγεί την αλλαγή των εποχών: το χειμώνα, η φύση είναι νεκρή, επειδή το σφυρί του Θορ βρίσκεται φυλακισμένο στο Γιοτουνχάιμεν. Την άνοιξη, όμως, καταφέρνει και το ξαναπαίρνει στα χέρια του. Κατ' αυτό τον τρόπο, οι μύθοι προσπαθούν να εξηγήσουν στους ανθρώπους τα ακατανόητα.

Οι άνθρωποι, όμως, δεν αρκούνταν στις εξηγήσεις. Προσπαθούσαν να επέμβουν σ' αυτά τα δρώμενα, που ήταν γι' αυτούς ζήτημα ζωής και θανάτου, με τη βοήθεια θρησκευτικών τελετών, που συνδέονταν με τους μύθους. Μπορούμε, λοιπόν, να φανταστούμε ότι σε περίπτωση ξηρασίας ή κακής σοδειάς, οι άνθρωποι παρίσταναν οι ίδιοι το περιεχόμενο του μύθου. Ίσως έντυναν έναν άντρα του χωριού νύφη -με πέτρες δεμένες στο στήθος- και τον έστελναν να φέρει πίσω το σφυρί από τους Γίγαντες. Έτσι μπορούσαν κι οι άνθρωποι να κάνουν κάτι για να επισπεύσουν τον ερχομό της βροχής ή να εξασφαλίσουν μια καλύτερη σοδειά.

Όπως κι αν είχαν ακριβώς τα πράγματα, το σίγουρο είναι πως έχουμε παραδείγματα ανάλογων μύθων απ' όλα τα μέρη της γης' και σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι άνθρωποι δραματοποιούσαν ένα «μύθο εναλλαγής των εποχών», για να επισπεύδουν τις φυσικές διαδικασίες.

Ρίξαμε μια σύντομη ματιά στον μυθικό κόσμο της Βόρειας Ευρώπης. Υπήρχαν αμέτρητοι μύθοι για τον Θορ και τον Οντίν, τον Φρέι και τη Φρέγια, τον Χοντ και τον Μπάλντερ, καθώς και για πολλές πολλές άλλες θεότητες. Τέτοιοι μύθοι υπήρχαν σ' όλο τον κόσμο, πριν αρχίσουν οι φιλόσοφοι να σκαλίζουν το ζήτημα. Γιατί και οι Έλληνες είχαν μυθολογία, όταν γεννήθηκαν οι πρώτες φιλοσοφίες. Αιώνες ολόκληρους αφηγούνταν η μια γενιά στην επόμενη, τις ιστορίες και τις περιπέτειες των θεών. Στην Ελλάδα, οι θεότητες ονομάζονταν Αίας και Απόλλωνας, Ήρα και Αθηνά, Διόνυσος και Ασκληπιός, Ηρακλής και Ήφαιστος. Κι αυτοί είναι μόνο μερικοί από τους Έλληνες θεούς. Γιατί υπήρχαν πολλοί.

Στα 700 προ Χριστού περίπου, ο Όμηρος κι ο Ησίοδος έσωσαν στα έργα τους μεγάλα μέρη του ελληνικού μυθολογικού θησαυρού. Η καταγραφή αυτή άλλαξε ριζικά την κατάσταση. Γιατί μόλις οι μύθοι έγιναν χειροπιαστοί, και μπορούσε ο καθένας να τους διαβάσει, αμέσως άρχισε η συζήτηση.

Οι πρώτοι Έλληνες φιλόσοφοι επέκριναν τους ομηρικούς θεούς, επειδή έμοιαζαν πάρα πολύ με τους ανθρώπους: κι οι άνθρωποι απόρησαν που οι θεοί ήταν εγωιστές κι ασυνεπείς σαν κι αυτούς τους ίδιους. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας ειπώθηκε καθαρά πως ίσως οι μύθοι να μην ήταν τίποτα παραπάνω από κατασκευάσματα του ανθρώπινου μυαλού.

Ένα παράδειγμα της κριτικής που άσκησαν οι Έλληνες στους μύθους, βρίσκουμε στο φιλόσοφο Ξενοφάνη, που γεννήθηκε γύρω στα 570 προ Χριστού. Οι άνθρωποι, λέει ο Ξενοφάνης, έπλασαν τους θεούς κατ' εικόνα και ομοίωση τους: «Και οι θνητοί νομίζουν ότι έτσι γεννήθηκαν οι θεοί, και είχαν φτιασιά και φωνή και όψη ίδια με τη δικιά τους... Οι Αιθίοπες φαντάζονταν τους θεούς τους μαύρους και πλακουτσομύτηδες, οι Θράκες, όμως, γαλανομάτηδες και κοκκινο-μάλληδες... Αν οι αγελάδες και τα άλογα και τα λιοντάρια είχαν κι αυτά χέρια, και μπορούσαν να ζωγραφίσουν και να φτιάξουν έργα σαν και των ανθρώπων, τότε θα έπλαθαν κι αυτά τους θεούς τους με τη δική τους όψη: οι αγελάδες θα έδιναν στους θεούς τους αγελαδινή όψη, τα άλογα αλογίσια, τα λιοντάρια λιονταρίσια...».

Την εποχή εκείνη, οι Έλληνες ζούσαν σε πόλεις-κράτη στην Ελλάδα. Ήταν η εποχή του Αποικισμού: ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν σε όλη τη Μικρά Ασία και τη Νότια Ιταλία. Οι σκλάβοι ασχολούνταν με όλες τις χειρωνακτικές δουλειές, και οι ελεύθεροι πολίτες είχαν το χρόνο ν' αφοσιώνονται στην πολιτική και στην καλλιτεχνία. Κάτω απ' αυτές τις ευνοϊκές συνθήκες, η ανθρώπινη σκέψη έκανε ένα άλμα προς τα εμπρός: το άτομο μπόρεσε να θέσει ερωτήματα για την οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας και να πάρει στα χέρια του την ευθύνη των απαντήσεων. Μπόρεσε, ακόμα, να θέσει ερωτήματα φιλοσοφικά, χωρίς να στηρίζεται πια στους αρχαίους μύθους και στις προγονικές παραδόσεις.

Λέμε, λοιπόν, πως την εποχή εκείνη ολοκληρώθηκε το πέρασμα από τη μυθολογία σ' ένα νέο τρόπο σκέψης, στηριγμένο στην εμπειρία και τη λογική. Ο στόχος των πρώτων Ελλήνων φιλοσόφων ήταν να δώσουν φυσικές εξηγήσεις στα φυσικά φαινόμενα.






Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Jostein Gaarder, Ο Κόσμος της Σοφίας. Βιβλίο



Όποιος την ιστορία του την ίδια δεν ξέρει,
το πώς και το γιατί εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια,
στης αμάθειας το σκοτάδι μένει
και ζει μονάχα απ' τη μια στην άλλη μέρα.
Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε
Ένα μυθιστόρημα με ήρωες δύο διαφορετικές κοπέλες και έναν ανώνυμο επιστολογράφο. Ένα βιβλίο μυστηρίου. Ένα μυθιστόρημα σκέψης, γνώσης, πνεύματος, απόλαυσης, περιπέτειας. Και πάνω απ' όλα η Ιστορία της Φιλοσοφίας από την αρχή ως την εξέλιξή της μέχρι σήμερα.

Η ιστορία του ανθρώπου είναι η ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Ύστερα από χιλιάδες χρόνια μύθων, φαντασίας, ανθρωπόμορφων θεοτήτων και φιλοσοφίας, ο άνθρωπος ανακαλύπτει ξανά την ανάγκη της γνώσης μέσα από την προσέγγιση της αγάπης και του βαθύτερου προσδιορισμού του εαυτού του.

Ο Νορβηγός συγγραφέας Γιοστέιν Γκάαρντερ είναι καθηγητής φιλοσοφίας. Όντας λάτρης των παιδιών, βέβαιος πως η δίψα τους για γνώση είναι ανεξάντλητη και πως τα ερωτήματά τους παραμένουν τα ίδια με εκείνα που ανέκαθεν στοίχειωναν την εφηβεία των ανθρώπων - όπως "Ποιός είμαι;", "Από που έρχομαι;" - πραγματεύεται την ιστορία της φιλοσοφίας μέσα από ένα καταπληκτικό μυθιστόρημα: η δεκατετράχρονη Σοφία λαμβάνει ανώνυμες επιστολές με θεμελιώδη ερωτήματα για τη ζωή της και σιγά σιγά μυείται στα μυστήρια της σκέψης. "Ποιά είσαι;", "Από που έρχεσαι;" τη ρωτάει ο άγνωστος αποστολέας. Κι ενώ η Σοφία προσπαθεί να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματά της, οδηγείται τελικά στην αναζήτηση της φυσιογνωμίας του ύστερου 20ου αιώνα.

Το βιβλίο του Γιοστέιν Γκάαρντερ είναι ένα μαγευτικό παιχνίδι φαντασίας και γνώσης, στο οποίο συναντιούνται ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Ντεκάρτ, ο Κάντ και ο Χέγκελ με την "Αλίκη" του Λιούις Κάρολ, το θείο Σκρούτζ και το "Λυχνάρι του Αλαντίν".

Το βιβλίο ­ γράφτηκε το 1992 ­ πούλησε περισσότερα από επτά εκατομμύρια αντίτυπα, μεταφράστηκε ήδη σε σαράντα μία γλώσσες, εκδόθηκε σε εκατό χώρες και κυκλοφορεί σε CD σε τρεις γλώσσες, κατακτώντας την πρώτη θέση στις πωλήσεις στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Κορέα. Προάγγελος της επιτυχίας αυτής ήταν το Βραβείο Κριτικών Λογοτεχνίας της Νορβηγίας, το 1991, το σημαντικότερο λογοτεχνικό βιβλίο της χώρας του, για το προγενέστερο, μυθιστόρημά του, «Το μυστήριο της τράπουλας».

Στην Ελλάδα το βιβλίο ο Κόσμος της Σοφίας κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Νέα Σύνορα", Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη.



O Γιοστέιν Γκάαρντερ γεννήθηκε το 1952. Σπούδασε φιλοσοφία, θεολογία και λογοτεχνία στο Όσλο. Κατόπιν εργάστηκε για δέκα χρόνια ως καθηγητής φιλοσοφίας στη Μέση Εκπαίδευση. Αρχικά έγραψε βιβλία για παιδιά και εφήβους. Σήμερα ζει στο Όσλο με τη γυναίκα του και με τους δύο γιους του και ασχολείται αποκλειστικά με τη συγγραφή. Το πρώτο του μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε στα ελληνικά είναι O κόσμος της Σοφίας, το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Το Μυστήριο της Τράπουλας κυκλοφόρησε το 1990, και το 1991 κέρδισε το Βραβείο Κριτικών Λογοτεχνίας της Νορβηγίας, το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της χώρας του.
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο φιλόσοφος που έγινε Πρόεδρος Δημοκρατίας


Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος (Αθήνα, 1 Ιουλίου 1899 - 8 Οκτωβρίου 1987) ήταν νομικός, φιλόσοφος και πολιτικός που διετέλεσε πρόεδρος της Δημοκρατίας (1975 - 1980). Ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα εκλεγόμενος τακτικός καθηγητής της φιλοσοφίας του δικαίου στη νομική σχολή Αθηνών και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (1961), της οποίας χρημάτισε και πρόεδρος. Ασχολήθηκε με την πολιτική για πρώτη φορά το 1945 αναλαμβάνοντας υπουργός εσωτερικών στην κυβέρνηση Πέτρου Βούλγαρη και από τότε εξελίχθηκε σε έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές της πολιτικής ζωής της Ελλάδας. Διετέλεσε υπουργός σε πολλές κυβερνήσεις και αναδείχθηκε σε έναν από τους βασικούς συνεργάτες του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Με την υποστήριξη του τελευταίου κατάφερε το 1975 να εκλεγεί πρώτος πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1980, οπότε και παραιτήθηκε.

Το φιλοσοφικό, λογοτεχνικό και νομικό του έργο θεωρείται σημαντικό. Επηρέασε σημαντικά το Σύνταγμα του 1975 όντας ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής συντάξεως του συντάγματος, ενώ θεωρείται και ένας από τους βασικούς υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ιδέας. Για τη σημαντική προσφορά του στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού οράματος του απονεμήθηκε το 1980 το μέγα ευρωπαϊκό βραβείο Κουντενχόβε - Καλλέργη. Επίσης, ήταν μέλος πολλών ξένων ακαδημιών μεταξύ των οποίων της Ρωσίας, της Λετονίας κ.α.

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, καταβεβλημένος από τον καρκίνο, πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 1987, σε ηλικία 88 ετών.

Ακολουθεί η εκπομπή-αφιέρωμα της Τηλεόρασης της Βουλής των Ελλήνων στον Κωνσταντίνο Τσάτσο.



Πηγή: http://el.wikipedia.org/
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Πλάτωνα, "Ο μύθος του σπηλαίου"



"όταν οι φιλόσοφοι βασιλέψουν και οι βασιλιάδες φιλοσοφήσουν, μόνο τότε θα ευτυχήσουν οι λαοί"
Πλάτωνος, Πολιτεία

Η Πολιτεία (ή Περί δικαίου) είναι ένα από τα γνωστότερα έργα του Πλάτωνα, το οποίο γράφτηκε περίπου το 380 π.Χ. ή ολοκληρώθηκε γύρω στα 374 π.Χ. κι έχει ασκήσει μεγάλη επιρροή τόσο στη φιλοσοφία, όσο και στην πολιτική θεωρητική.

Στην Πολιτεία, ο Σωκράτης και άλλοι εξέχοντες Αθηναίοι και ξένοι συζητούν τη σημασία της δικαιοσύνης και εξετάζουν κατά πόσο είναι πιο ευτυχισμένος ένας δίκαιος άνθρωπος από έναν άδικο, κατασκευάζοντας μια φανταστική πολιτεία, την Καλλίπολη, με φιλόσοφους-βασιλείς.





Ο Μύθος του Σπηλαίου

"H αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα", Jan Saenredam, 1604

Η Πολιτεία περιλαμβάνει την Αλληγορία του σπηλαίου, με την οποία ο Πλάτων εξηγεί τη Θεωρία των Ιδεών του. Η αλληγορία του σπηλαίου είναι μια προσπάθεια τεκμηρίωσης της θέσης του φιλόσοφου ως βασιλιά στην Ιδεώδη Πολιτεία. 

Μια ομάδα ανθρώπων ζουν σε ένα σπήλαιο όλη τους τη ζωή, αλυσοδεμένοι σε έναν τοίχο, χωρίς να μπορούν να δουν έξω από το σπήλαιο, ούτε να δουν πίσω τους, όπου βρίσκεται μια φλόγα που φωτίζει τα αντικείμενα που κινούνται και ρίχνει τις σκιές τους στα τοιχώματα του σπηλαίου. Οι φυλακισμένοι αρχίζουν να αποδίδουν αυτά τα σχήματα με όρους και έννοιες, ενώ πιστεύουν ότι οι σκιές αυτές είναι πραγματικές.

Το ότι οι φυλακισμένοι, ωστόσο, μπορούν να δουν μόνο τις σκιές αυτές, δε σημαίνει ότι ο υπαρκτός κόσμος περιορίζεται μόνο μέσα στο σπήλαιο. Αν κάποιοι καταφέρουν να λυθούν από τις αλυσίδες και βγουν από το σπήλαιο, θα τυφλωθούν από τη λάμψη του Ήλιου και θα επιστρέψουν πίσω. Αν, ωστόσο, συνηθίσουν το φως, θα δουν καθαρά τον Ήλιο, που συμβολίζει το Αγαθό, και θα καταλάβουν ότι όσα έβλεπαν μέσα στο σπήλαιο ήταν απλά προβολές, σκιές της αλήθειας. Ίσως σκεφτούν να επιστρέψουν πίσω, λυπούμενοι τους φυλακισμένους συντρόφους τους. Πίσω, όμως, στο σπήλαιο, δε θα μπορούν να συνηθίσουν στο σκοτάδι, και, προσπαθώντας να διδάξουν στους υπόλοιπους την αλήθεια, ίσως δεχτούν το μίσος και την αντίδρασή τους. Ωστόσο, όσοι ελευθερώθηκαν, οι φιλόσοφοι, έχουν χρέος να επιστρέψουν πίσω και να διδάξουν και τους υπόλοιπους.

Συχνά, ο Ήλιος, που συμβολίζει το Αγαθό, ωθεί στην ερμηνεία του Μύθου του Σπηλαίου από θρησκευτικής απόψεως: χωρίς Θεό, οι άνθρωποι ζουν μέσα το σκοτάδι.

Ο κόσμος μέσα στο σπήλαιο εκφράζει την εμμονή στα "αισθητά πράγματα", όσων μπορούν οι άνθρωποι να αντιληφθούν με τις αισθήσεις τους, ενώ η άνοδος στον πραγματικό κόσμο και η όραση των αληθινών Ιδεών υπό το φως του Ήλιου οδηγούν στην εναρμόνιση των τριών τμημάτων της ψυχής και την ενδυνάμωση του λογιστικού.

Ο μύθος του σπηλαίου σε βίντεο.


Διαβάστε περισσότερα...